Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ο άστεγος των βορείων προαστίων

Και σήμερα είμαστε χαρούμενοι γιατί υπάρχουν άνθρωποι με καλή διάθεση να στηρίξουν και να μοιραστούν τη δουλειά των βορειοδυτικών. Το ηλεκτρονικό Βήμα φιλοξένησε τη νουβέλα "Η σιωπή της πόλης" του Νίκου Καρακάση, σε ένα πολύ συγκροτημένο και ενδιαφέρων αφιέρωμα. Θυμίζουμε ότι φέτος κυκλοφορήσαμε τη Σιωπή της Πόλης αποκλειστικά σε e-book που διανέμεται ελεύθερα. Τέλη Μαΐου θα παρουσιάσουμε το βιβλίο του Νίκου Καρακάση στην Αθήνα, στο Floral, αλλά για την εκδήλωση θα γράψουμε στο μέλλον.


Μια δωρεάν στο Ιντερνετ νουβέλα περιγράφει τη σιωπή την Αθήνας μπροστά στην εξαθλίωση

του Γρηγόρη Μπέκου

Ακόμα και ο πιο γρήγορος, ο πιο αδιάφορος περιπατητής στη σημερινή Αθήνα, ακόμα και κάποιος που το θέαμα τον αποκαρδιώνει και κάνει τα στραβά μάτια, δεν μπορεί να αποφύγει εύκολα την πραγματικότητα: τα χέρια που βυθίζονται στους κάδους απορριμμάτων για να βρουν φαγητό αυξάνονται μέρα με τη μέρα.

Σε μια περίοδο όπου τα πάντα λιγοστεύουν, περισσεύει μια αμήχανη σιωπή. «Η Αθήνα έχει αλλάξει πάρα πολύ. Ο κόσμος έχει γίνει πιο σιωπηλός σχετικά με πράγματα για τα οποία θα έπρεπε κανονικά να μιλάει, για τους άστεγους, την αυξανόμενη φτώχεια κ.τ.λ. Κανείς δε γεννιέται άστεγος. Η κοινωνία "κατασκευάζει" τους απόβλητους και επιπλέον τους αφήνει σε αυτή την κατάσταση, όπως το κράτος που είναι εκκωφαντικά απόν» λέει ο συγγραφέας Νίκος Καρακάσης (γεν. 1969) που έγραψε μια νουβέλα μέσα σε αυτό το κλίμα, σχεδόν ανακλαστικά, για έναν άστεγο των… βορείων προαστίων.

«Εβλεπα αυτόν τον άστεγο κοντά στο σπίτι μου στο Χαλάνδρι. Δεν τον ήξερα, δεν του είχα μιλήσει. Μου έκανε εντύπωση, μου φαινόταν παράταιρο που βρισκόταν εκεί και όχι στο κέντρο, όπου λ.χ. θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε ένα συσσίτιο του δήμου. Το μόνο που προξενούσε η παρουσία του ήταν τύψεις».

Τον περασμένο Φεβρουάριο ο συγγραφέας αποφάσισε να προσφέρει δωρεάν τη νουβέλα του «Η σιωπή της πόλης» μόνο σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο. «Ηταν μια επιλογή εξαρχής. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με σκοπό να διαβαστεί στο διαδίκτυο. Δεν ήθελα να βγάλω λεφτά από αυτό, για μένα προείχε η χαρά της γραφής» τονίζει ο ίδιος λέγοντας πως το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις, πληροί όλες τις προϋποθέσεις: «Εχει η γίνει η κανονική δουλειά» που κάνει ένας οίκος για τα βιβλία που πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η σπονδυλωτή αυτή ιστορία αναφέρεται σε έναν άστεγο που λειτουργεί σαν το μεγάλο σύμβολο της περιθωριοποίησης, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πέντε διαφορετικοί άνθρωποι, τα πέντε πρόσωπα της αδιαφορίας, θα πλέξουν τις ζωές τους με αυτόν εξαιτίας ενός ατυχήματος που θα του συμβεί. Ο άστεγος σιχαίνεται αυτή την κοινωνία. Προτιμά να ζει σε καθεστώς εξαθλιωμένης ελευθερίας παρά να είναι μέλος της - όπως θα ήθελαν οι μετανάστες που καταφθάνουν καθημερινώς στη χώρα.

«Δεν φταίνε οι μετανάστες για τα χάλια του κέντρου της Αθήνας. Το κράτος έχει απολέσει κάθε ρυθμιστικό ρόλο σε όλα αυτά, υπάρχουν και κάποιοι που αυτοδικούν. Το μεταναστευτικό, ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε, είναι κατά το ήμισυ θέμα παιδείας και κατά το άλλο μισό εδράζεται σε μια αφόρητη ανάγκη που έχουν οι κάτοικοι για να ξεσπάσουν εξαιτίας του τρόπου ζωής στην πόλη που γίνεται όλο και δυσκολότερος»
αναφέρει ο συγγραφέας. ο οποίος οσμίζεται μια προσπάθεια να φορτωθούν πράγματα σε ανθρώπους που δεν φταίνε σε τίποτα.

Ο Νίκος Καρακάσης μεγάλωσε στην Αθήνα, στις γειτονιές του Νέου Κόσμου και της Κυψέλης. Σήμερα διευθύνει τη δική του εταιρεία πληροφορικής ολοκληρώνοντας την ενασχόλησή του με τους υπολογιστές από μικρό παιδί. Η οικογένειά του είναι καλλιτεχνική: είχε παππού τον Σταύρο Καρακάση, μουσικολόγο και αλεξανδρινό ποιητή που έπαιζε ωραίο βιολί και υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο παππούς του εξέδωσε ένα βιβλίο με την αλληλογραφία που διατηρούσε με τον φίλο του Κωνσταντίνο Καβάφη. Επιπλέον, θείος του είναι ο γνωστός συγγραφέας Κώστας Καρακάσης, κάτι όμως που ο ίδιος ανακάλυψε πριν από περίπου πέντε χρόνια.

«Νόμιζα ότι ήμουν ο τελευταίος αυτής της οικογένειας» εξηγεί. «Η γυναίκα μου έτυχε να διαβάζει ένα βιβλίο του Κώστα Καρακάση εκείνη την εποχή. Είδα την ηλεκτρονική διεύθυνσή του στο οπισθόφυλλο και η περιέργεια με έσπρωξε να τον ρωτήσω αν είμαστε συγγενείς. Ελαβα τελικά μια πολύ ζεστή απάντηση από τον θείο μου τον Τάκη!».

Μετά από μια συγκινητική συνάντηση που είχαν οι δυο τους στο Ναύπλιο έμαθε για το παρελθόν αλλά και το παρόν μιας μεγάλης οικογένειας που είναι διασκορπισμένη σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ίδιος τότε ξεκίνησε να γράφει συστηματικά και σήμερα δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του αλλιώς. «Εγιναν όλα για να αρχίσω να γράφω» πιστεύει ο ίδιος - μια τελείως διαφορετική πένα σε σχέση με τον θείο του.

«Προσωπικά πιστεύω στο νέο μέσο. Ο εκδοτικός χώρος πρέπει να δώσει ευκαιρίες στο νέο μοντέλο ανάγνωσης, αυτή τη νέα μορφή διαβάσματος. Το ψηφιακό βιβλίο είναι γεγονός. Το θέμα είναι πώς οι συγγραφείς θα προσαρμοστούν σε αυτό το νέο περιβάλλον, ούτως ώστε να κερδίσουμε και άλλους αναγνώστες, κυρίως νεότερους σε ηλικία που όπως ξέρουμε δεν διαβάζουν πολύ. Οι διάφορες ταμπλέτες ανάγνωσης και οι ηλεκτρονικοί αναγνώστες (e-readers) προς το παρόν κοστίζουν πολύ. Μοιραία όμως θα πέσουν οι τιμές και σε αυτά τα προϊόντα. Εχω την αίσθηση ότι με μικρά κείμενα, με μια νουβέλα σαν αυτή, που μπορεί να διαβαστεί γρήγορα και εύκολα (αυτό δε σημαίνει ότι το κείμενο είναι απλοϊκό ή επίπεδο) μπορούμε να προσελκύσουμε αναγνώστες».

Το πρόσφατο μυθιστόρημα του Νίκου Καρακάση, «Βασιλιάς Ικελος» (2010), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. «Ο συγγραφέας γράφει. Αυτό είναι το ουσιώδες. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το πώς θα διαδώσει αυτό που έγραψε, ή πώς θα το κάνει στο μέλλον» καταλήγει προσφέροντας αυτή τη νουβέλα 88 σελίδων, «ένα βιβλίο καλοσύνης» που κυκλοφορεί ελεύθερο στις οθόνες των υπολογιστών σας.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Σάμσταγκ


«Τα ‘χεις γαμήσει όλα. Χωρίζουμε».
Δεν ήξερε τι είχε γαμήσει. Τη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον. Μετά από κάποια ώρα μάλλον θα θυμόταν κάτι, αλλά δεν ήταν του παρόντος. Του παρόντος ήταν η Έφη που έβριζε και μάζευε τα ρούχα της από την ντουλάπα, με προφανή έλλειψη συστήματος. Έβαζε φουστάνια και παπούτσια στη βαλίτσα, μαζί με το ποντίκι του υπολογιστή και ένα χαλασμένο πορτατίφ και έβριζε ξανά. Εκείνος δεν είχε κάνει κάτι. Προφανές τουλάχιστον. Δηλαδή προφανές σε εκείνον.
Όσο το σκεφτόταν όμως κάπως πιο αποστασιοποιημένος από τη σκηνή, πειθόταν όλο και περισσότερο ότι όντως κάποια μαλακία είχε κάνει. Τέτοια μαλακία που οι αμυντικές γραμμές της ψυχοσύνθεσής του προς το παρόν απέκρουαν εύκολα. Αργότερα όμως, το πρόβλημα θα τις έπιανε να κοιμούνται και θα το έτρωγε το γκολ. Και η Έφη δεν θα ήταν εκεί πια για να της εξηγήσει ή να της απολογηθεί. Και δεν θα ήταν γιατί με ένα τελευταίο «τα γάμησες όλα!» έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος.
«Πού θα βάζω εγώ το νοίκι τώρα;» σκέφτηκε εκείνος φωναχτά, κάνοντας νέο ρεκόρ μαλακίας, εκφράζοντας μία λογική ωστόσο απορία.
«Στον κώλο σου», απάντησε εκείνη από έξω.
Το σπίτι ήταν νοικιασμένο στο όνομά της, αυτός δεν είχε καμία επαφή με τις οικιακές υποχρεώσεις. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που γάμησα, σκέφτηκε σε μια στιγμή διαύγειας. Έφυγε και αυτή όμως τόσο γρήγορα, όσο ήρθε.
Σκέφτηκε τις επιλογές που είχε για να αισθανθεί καλύτερα: τηλεόραση, παιχνίδι στον υπολογιστή, φαΐ. Η τηλεόραση ήταν πακεταρισμένη εδώ και μέρες, από τον πρώτο τσακωμό του με την Έφη. Μέσα σε λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα, του είχε ξεκαθαρίσει ότι φεύγει από το σπίτι και είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα δικά της πράγματα. Όλα δικά της ήταν δηλαδή, αφού εκείνη τα είχε πληρώσει. Η αλήθεια είναι όμως πως έπαιρνε ό,τι άξιζε περισσότερο, ό,τι ήταν πιο καινούργιο και πιο χρήσιμο, αφήνοντας πίσω της τα παλιά και –μεταξύ μας– ψιλοάχρηστα.
Το φαΐ αποκλειόταν επίσης. Δεν σκόπευε να μαγειρέψει, γιατί δεν ήξερε, γιατί βαριόταν και γιατί η κουζίνα ήταν επίσης σε πακέτο. Να παίξει στον υπολογιστή, πακέτο επίσης. Η ζωή του ήταν σε πακέτο.
O διαλογισμός κράτησε κάμποση ώρα. Ο Σάββας το κατάλαβε μόνο όταν του τελείωσαν οι αναμνήσεις από την πεθαμένη του σχέση, κοιτώντας τα διάφορα πράγματα που ήταν στοιβαγμένα σε διάφορα σημεία του σπιτιού.
Πήρε το κοπίδι που ήταν πάνω στο κουτί της τηλεόρασης και έκοψε περιμετρικά την πλευρά, πίσω απ’ την οποία πίστευε ότι ήταν η οθόνη. Λάθος.
Έκοψε και την αντίθετη πλευρά, πετυχαίνοντας αυτή τη φορά την επικοινωνιακή όψη.
Έστρωσε στο πάτωμα τα δύο κομμάτια του κουτιού που είχε κόψει, έβαλε την tv στην πρίζα, πήρε το τηλεκοντρόλ και σωριάστηκε σε μια γωνία του τέως σαλονιού, νυν αδιευκρίνιστης ταυτότητας, δωματίου.
«Κορυφώνεται η αγωνία για το ενιαίο νόμισμα. Δεδομένη είναι πλέον η αποβολή της χώρας μας από την Ευρωζώνη», διαλαλούσε ο εκφωνητής στο διαφημιστικό του απογευματινού δελτίου ειδήσεων. «Συνδεόμαστε αμέσως με το μέγαρο Μαξίμου για τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού», έπεσε ζωντανά ο ίδιος που μίλαγε λίγο πριν σε κονσέρβα.
Ο Σάββας έπαιζε ταμπούρλο στο πάτωμα, με φανερή την αμηχανία του, αυτή που άλλοι εξηγούσαν πάντα ως βαρύ αρντανισμό, αποτέλεσμα της χρόνιας χρήσης καταπραϋντικών, χωρίς συνταγή γιατρού, και με μπόλικη αυτενέργεια. Αυτενέργεια που είχε ξεκινήσει στο φαρμακείο του σπιτιού και στη σακούλα της γιαγιάς, όπου εκτός από μερικά εξαιρετικά ταξιδιάρικα χάπια, υπήρχαν και πολλά συλλεκτικά κομμάτια, εκείνα που στο ebay θα χτύπαγαν τρελές τιμές ανάμεσα στους λάτρεις του σπορ.
«Η χώρα έφτασε στο σημείο μηδέν», υποστήριζε απ’ την οθόνη ο, παράξενα μπρατσωμένος για την ιδιότητα και την ηλικία του, πρωθυπουργός.
Ο Σάββας είχε φτάσει κάμποσες στιγμές στο σημείο μηδέν, αλλά πάντα έβρισκε τον τρόπο και επανερχόταν. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν τόσο σίγουρος και δεν είχε και κανένα αποκούμπι, μεταφορικό ή με φαρμακευτική στάμπα επάνω του.
Συνέχιζε το ταμπούρλο με το δεξί του χέρι, ενώ στην τηλεόραση συνεχιζόταν η μάχη του ευρώ. Σταδιακά είχε περάσει σε ένα στακάτο μπούγκι ρυθμό, φρενήρη θα μπορούσε να πει ο μέσος ακροατής. Τον Σάββα τον είχε υποβάλλει τόσο πολύ η διαδικασία, που στην πλάτη του έτρεχε ιδρώτας ήδη. Από το ξόρκι που τον κρατούσε φυλακισμένο, τον έσωσαν οι διαφημίσεις.
Τότε μόνο διαπίστωσε ότι χωρίς άλλη υποδομή, πέραν του ξύλινου πατώματος, μπορούσε να παράγει ήχους κανονικών τυμπάνων, να παίξει βαθύ και τομ συγκεκριμένα, με τα δάχτυλά του. Όπως επίσης και ότι τέσσερα παραλληλόγραμμα σανίδια του πατώματος ήταν χαλαρά και κουνιούνταν κάθε φορά που τα χτύπαγε. Τα ξαναχτύπησε άλλη μία για να επιβεβαιώσει την πρώτη του εντύπωση και πάνω που έκανε τις προβλεπόμενες κινήσεις για να δει τι κρυβόταν κάτω από το πάτωμα, άκουσε: «σκατά».
«Σάιζε», για την ακρίβεια. Το άκουσε από κάποιον που είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και μίλησε γερμανικά στα καλά καθούμενα. Στην τηλεόραση ο Γερμανός πρωθυπουργός μιλούσε επίσης γερμανικά, πράγμα που ήταν όμως αναμενόμενο και έλεγε κάτι που έμοιαζε με βρισιά για την ελληνική οικονομία. Ο άλλος όμως που είχε ανοίξει την πόρτα, ποιός στο διάολο ήταν;
Αυτός που μπήκε στο σπίτι, μπήκε με κλειδί και μίλαγε γερμανικά της πιάτσας. Ο Σάββας θυμήθηκε που έβριζε την Έφη γιατί συμφώνησε να έχει κλειδί ο σπιτονοικοκύρης και τότε κατάλαβε ότι ο Τεύτονας με την προφορά γκασταρμπάιτερ ήταν ακριβώς αυτός: ο σπιτονοικοκύρης.
«Τι συμβαίνει και πώς μπήκες σπίτι μου;» ρώτησε στα γερμανικά με ελαφρά συντακτικά λάθη ο Σάββας, αφού βεβαίως πρώτα σηκώθηκε από το πάτωμα και άφησε τα εξερευνητικά κρουστά για αργότερα.
Ο εισβολέας, εξηνταφευγαλέος, αλλά μπρατσωμένος, και με κοκκίνισμα δεκαοκτάχρονου στα μάγουλα, διέθετε αισθητική Έλληνα μετανάστη στο Βερολίνο τη δεκαετία του ‘60.
«Δεν είναι σπίτι σου, είναι σπίτι μου και το νοίκιασα σε μια κοπέλα. Όχι σ’ εσένα. Και θέλει και καινούργια κουφώματα που θα μου τα πληρώσετε», είπε ο κόκκινος Γερμανός σε καθόλου φιλολαϊκό τόνο, κοιτώντας τον ημίγυμνο λαθρονοικάρη.
«Το Σαββατοκύριακο θα έχω φύγει», είπε ο ημίγυμνος και ο ντυμένος ούρλιαξε:
«Νάιν! Σήμερα θα φύγεις!»
Ο Σάββας με μια αντανακλαστική κίνηση και μια σκηνή από μέτρια ταινία του Βέγγου να προβάλλεται νοητά στον τοίχο πίσω από το σπιτονοικοκύρη, χτύπησε τη φτέρνα του στο πάτωμα και με κίνηση ελατηρίου τέντωσε μπροστά και διαγώνια προς τα πάνω το δεξί του χέρι, κοιτώντας τον άλλο στα μάτια και σφίγγοντας τα χείλη του για να μοιάσει όσο μπορούσε στο πιο πρόχειρο πρότυπο που διέθετε για αξιωματικό των Ες Ες.
Ο άλλος τον κοίταξε για λίγο με στόμα ανοιχτό και φρύδια σηκωμένα και προς έκπληξη του συνομιλητή που περίμενε φωνές ή και κάποιο αξιόλογο μπουκέτο, απλώς μίλησε:
«Σάμσταγκ», είπε χωρίς να τον κοιτάει, αλλά δείχνοντάς τον με το δάχτυλο πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Σάμσταγκ και να το έχεις βάψει».
Ο Σάββας γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο που χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς εισβολείς, ακολουθώντας τα πλακάκια που πάτησε όταν πήγαινε να δει ποιος είχε μπει στο σπίτι. Το σπίτι που θα έχανε, γιατί ήταν στο όνομα της Έφης.
Σάμσταγκ. Το Σάββατο έπρεπε να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει.
Είχε έρθει πριν από δύο χρόνια στο σπίτι, όταν πήραν την απόφαση με την Έφη να μείνουν μαζί. Αυτός δεν το είχε σκεφτεί και πολύ, αυτή το σκέφτηκε λίγο περισσότερο, αλλά το συμπέρασμα το κράτησε για τον εαυτό της.
Στην αρχή ήταν όπως όλα τα πράγματα, προβλέψιμα ωραία. Στην πορεία έγιναν προβλέψιμα χειρότερα. Όλες οι γνωστές συνταγές καταστροφής σχέσεων, βρήκαν το μπαχαρικό τους στη μόνιμη τάση του Σάββα να μην νοιάζεται για πολλά. Και σίγουρα, όχι για εκείνα που ορίζουν τον καλό συγκάτοικο στο σχετικό οδηγό για συγκατοικήσεις που ακολουθούσε ευλαβικά η Έφη:
Δεν πιάνουμε από κάτω τα παπουτσάκια όταν τα βουρτσίζουμε. Δεν αφήνουμε τριχούλες στο μπάνιο όταν ξυριζόμαστε. Δεν γρατζουνάμε το πηρουνάκι όταν τρώμε. Δεν αφήνουμε νεράκια στον πάγκο της κουζίνας που μπορεί να πάνε στην καφετιέρα και να τη χαλάσουνε.
Συχνά ο Σάββας πίστευε ότι θα γύριζε σπίτι και θα έβρισκε το δεκάλογο του καλού συγκατοίκου, τοιχοκολλημένο στο σαλόνι. Η αλήθεια βέβαια ήταν κάπου στη μέση, όπως συμβαίνει παντού άλλωστε.
Ναι, η Έφη είχε διάφορες απαιτήσεις, ιδιαιτερότητες της παγκόσμιας κοινότητας του φενγκ-σούι, λόξες σύμφωνα με πιο χαλαρά τυπάκια. Όχι, η Έφη δεν έκανε παρατηρήσεις στον Σάββα χρησιμοποιώντας υποκοριστικά που θα προκαλούσαν έξαρση εγκεφαλικών ακόμη και σε κοινωνία αμοιβάδων. Ήταν μια δικιά του υπερβολή για να υπερφορτώσει με δίκιο τον εαυτό του.
Ο Σάββας γύρισε στο δωμάτιο που κάποτε ήταν σαλόνι και κάθισε ξανά απέναντι από την τηλεόραση. Εκεί, ένας υπουργός εξηγούσε πώς έγινε και φαλίρισε η αξιόπιστη και ανθεκτική οικονομία μας, πώς οι προηγούμενοι τού την ενεχείρισαν αλκοολική, ναρκομανή και με τρελό εθισμό στον τζόγο, καθώς και πώς θα ξανατραβήξουμε προς τη δόξα με υποζύγιο την παλιά, καλή δραχμή.
Ο Σάββας που είχε ξεκινήσει ξανά το ταμπούρλο στο πάτωμα, είχε ξεχάσει ότι πριν την εισβολή των Γότθων, το λαμινέιτ δίπλα του ήταν χαλαρό. Τώρα θυμόταν ξανά την ιστορία του με την Έφη, πώς την είχε γνωρίσει και, κυρίως, πού την είχε γνωρίσει.
«Γκόμενα που τη γνωρίζεις σε έντεχνη συναυλία, δεν είναι καλός οιωνός», του είχε πει ένας απ’ τους φίλους του, ένας από αυτούς που πράγματι εμπιστευόταν, γιατί με αρκετούς συναναστρεφόταν για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους: για να μην ξεχνάει την αξία του διαλόγου, για να πλακώνεται πού και πού για την μπάλα, για να μην ξεμένει από χάπια, αλλά και από σημειώσεις όταν ήταν φοιτητής.
«Καλός, κακός, δεν έχει πια σημασία», είπε σε ένα σύντομο μονόλογο ο Σάββας, παίζοντας έναν έντεχνο σκοπό που του ήρθε πρόχειρος στο χειροταμπούρλο του. Ξαφνικά, το πάτωμα υποχώρησε και το μυαλό του Σάββα άδειασε από γυναίκες και γέμισε από συνωμοσία.
«Ο πρωθυπουργός προειδοποίησε τους κερδοσκόπους να μην επωφεληθούν από την, προσωρινή όπως τη χαρακτήρισε, επιστροφή της χώρας στη δραχμή», είπε η κυρία στην τηλεόραση και ο, κατά σύμβαση, κύριος στο δωμάτιο γονάτισε για να δει από κοντά τι περιείχε η απρόσμενη κρύπτη στο πάτωμα.
Ο Σάββας έσκυψε και επέστρεψε στη δραχμή.
Η τετράγωνη τρύπα που άφησε πίσω του το κομμάτι του πατώματος, έφτανε ίσα-ίσα να περάσει ανθρώπινο χέρι και όχι από τα πολύ γυμνασμένα. Ο Σάββας δεν είχε τέτοιο πρόβλημα ως χρόνιος εχθρός της γυμναστικής και πάσης φύσεως εργασίας. Ψαχουλεύοντας την εσοχή από μέσα, διαπίστωσε ότι αυτή ανοίγει ακόμη περισσότερο, όπως η τάπα του ρεζερβουάρ στα αυτοκίνητα. Πάτησε τη μια πλευρά, η άλλη ανασηκώθηκε και ο Σάββας ανακάλυψε ότι μπορεί να ανοίξει γύρω στο ένα τετραγωνικό μέτρο πατώματος.
Στην καταπακτή που έχασκε στο άδειο δωμάτιο, κρύβονταν δέκα εκατομμύρια δραχμές σε δεκαχίλιαρα. Αυτό, ο Σάββας το διαπίστωσε μισή ώρα αργότερα, αφού πρώτα συνήλθε από το πρώτο σοκ και τελείωσε το μέτρημα. Καθισμένος πάνω από αυτά τα λεφτά είχε αναλογιστεί τουλάχιστον δέκα ταινίες με κακομοίρηδες που ανακαλύπτουν χαμένους θησαυρούς, πορτοφόλια και επιταγές, περνάνε κάτι περιπέτειες, αλλά τελικά ζουν καλά με το κορίτσι. Αυτός το κορίτσι το είχε, είχε και τα λεφτά, αλλά δεν τα συνδύαζε.
Στην τηλεόραση το μαραθώνιο δελτίο ειδήσεων έπαιζε ακόμη, με τους προσκεκλημένους να εξηγούν πόσο ωφελημένη, πόσο ζημιωμένη ή πόσο γαμημένη θα βγει η χώρα από την εξέλιξη, ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση. Η Έφη ξαναμπήκε στο σπίτι, αλλά από την τηλεόραση. Τώρα παρουσίαζε τις ειδήσεις γιατί αυτή ήταν η δουλειά της. Δουλειά που της γέμιζε τον τραπεζικό λογαριασμό και συχνά το μυαλό με ενδοιασμούς, πώς μπορεί αυτή, η όμορφη, η προβεβλημένη, η δημοσιογράφος, το κορίτσι των 8, να συζεί με έναν κατ’ επάγγελμα μαλάκα.
Επί του παρόντος όμως, ρωτούσε ένα ιστορικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος εάν μπορεί να παραλληλίσει την κρίση με κάποια αντίστοιχη στα εκατόν πενήντα χρόνια της πολιτικής του καριέρας.
«Σίγουρα όχι, αυτή είναι η χειρότερη. Ευτυχώς όμως η ευτυχής, μέσα στη δυστυχία μας, συγκυρία έφερε τον πρωθυπουργό και πρόεδρο του κόμματος στο τιμόνι της χώρας. Αν ήταν οι προηγούμενοι στη θέση του, τώρα εσείς κι εγώ θα τρώγαμε απ’ τα σκουπίδια», απάντησε το ιστορικό στέλεχος, κάνοντας μια έμπειρη μίξη από τον οδηγό για πολιτικούς άνευ διδασκάλου και μια πρέζα λαϊκισμού για να γίνει κατανοητός στα μικρομεσαία στρώματα.
Ο Σάββας σηκώθηκε από το πάτωμα και έφυγε από το σπίτι γιατί δεν ήθελε να τη βλέπει ούτε στην τηλεόραση. Πριν βγει από την πόρτα έβαλε μια μπλούζα και φόρεσε παπούτσια χωρίς κάλτσες και χωρίς να δέσει τα κορδόνια.
Πέντε λεπτά αργότερα ρούφαγε μια δόση φραπέ με σημάδια παρασκευής προ τριώρου. Τον καφέ είχε φτιάξει ο Πασχάλης, ο οποίος εκτός από φίλος του Σάββα, ορκισμένο πανκιό και πολιτικός αναλυτής, ήταν και κληρονόμος ενός μαγαζιού από εκείνα που πούλαγαν μπογιές, καρφιά, πένσες, λινάτσες και, γενικώς, ό,τι χρειαζόταν ο μέσος οικοδόμος για να κερδίσει τον επιούσιο και ο συνεπής αριστερός για να συμμετάσχει σε πορεία.
«Να φτιάξεις δικό σου ρε ηλίθιε», του είπε με μια εχθρική οικειότητα ο μαγαζάτορας, τυλίγοντας τετρακόσια γραμμάρια ταβανόπροκες σε μια πελάτισσα.
Ο Σάββας ακούμπησε με το δεξιό ώμο στην πόρτα ρουφώντας άλλη μια δόση καφέ, αφού η πελάτισσα έφυγε κάπως βιαστικά και με τα καρφιά της τυλιγμένα σε εφημερίδα.
«Χε, τα ‘λεγα εγώ. Είσαι έτοιμος να γίνουμε λατινική Αμερική;» ρώτησε ο Πασχάλης αλλάζοντας κανάλια στην τηλεόραση που έπαιζε μόνο ειδήσεις. Σταμάτησε στην Έφη που ρωτούσε άλλο ιστορικό στέλεχος, μήπως και έβρισκε κάποιον να έχει οδηγίες χρήσης για την κρίση.
«Κλείσ’ την», είπε ο Σάββας χωρίς να κοιτάξει. Ο Πασχάλης τη δυνάμωσε.
«Οι σχέσεις αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές αντιθέσεις», είπε σε διδακτικό τόνο προς τον Σάββα και αλλάζοντας αμέσως κατεύθυνση, εξαπέλυσε μύδρους προς το γυαλί: «Τι λέει ρε ο κανάγιας! Ξέχασε όταν ήταν υπουργός Οικονομικών και έπρηζε τον κόσμο για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας; Αυτά τα παραδοσιακά στελέχη είναι σαν τέως ποδοσφαιριστές που σχολιάζουν την ομάδα τους στην Αθλητική Κυριακή, ρε πούστη μου».
«Έφυγε για τα καλά αυτή τη φορά».
«Έχει γκόμενο».
«Μπα, δεν νομίζω».
«Όχι, έχει σίγουρα. Τον είδα που την περίμενε από κάτω με το αυτοκίνητο. Την έχει φέρει πολλές φορές κάτι βράδια που έλειπες».
«Μπορεί να είναι απλώς φίλοι».
«Την καληνύχτιζε με κάτι πολύ φιλικά γλωσσόφιλα. Ναι, έχεις δίκιο, μπορεί να είναι Γάλλος ή Εσκιμώος. Κάνουν κάτι τέτοια αυτοί».
Ο Σάββας πέταξε στον Πασχάλη τον καφέ και πέτυχε την τηλεόραση, που συνέχιζε να παίζει ωστόσο. Ο Πασχάλης πέταξε το τηλεκοντρόλ στον Σάββα πετυχαίνοντάς τον στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Σάββας συνέχισε να μιλάει ωστόσο.
«Δεν βαριέσαι. Είχε και αυτή τα δίκια της».
«Ναι, τα είχε», είπε ο Πασχάλης καθαρίζοντας την οθόνη για να τη βλέπει καλύτερα. «Την είχες κερατώσει τουλάχιστον τέσσερις φορές το τελευταίο εξάμηνο».
«Ναι».
Ναι, την είχε. Στην πραγματικότητα, η σχέση τους ήταν τελειωμένη εδώ και πολύ καιρό, αλλά και οι δύο προτιμούσαν να την κρατούν διασωληνωμένη.
«Λατινική Αμερική θα γίνουμε ρε, ακούς; Το 1999 στην Αργεντινή βγήκαν στους δρόμους με τις κατσαρόλες γιατί δεν είχαν να πληρώσουν τα δάνεια στις τράπεζες. Το 1994 το μεξικάνικο πέσο υποτιμήθηκε τόσο πολύ που το χρησιμοποιούσαν μόνο για προσάναμμα και επειδή δεν έκανε καλή θράκα, κατέληξαν να φτιάχνουν ταπετσαρίες σε μπαρ για Αμερικάνους τουρίστες».
Ο Σάββας ένιωθε κάπως κενός. Δεν ήταν όμως η συνήθης κενότητα. Ήταν κάτι σαν κόμπος στο λαιμό του, σαν λυγμός και φτάρνισμα που δεν βγαίνει και αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου.
«Έχεις γλουτολίνες;»
«Πίσω, στο μεσαίο ράφι. Πάρε τις πράσινες, είναι καλύτερες. Μπήκες σε νεολαία και θα κάνεις αφισοκόλληση;»
«Κάτι τέτοιο». Πήρε τέσσερα κουτάκια και βγήκε από το μαγαζί. Φτάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας του, άκουσε από μακριά τον Πασχάλη:
«Βγήκες έξω με το σώβρακο ρε τελειωμένε». Αλήθεια ήταν.
Ανέβηκε από τις σκάλες, γιατί μια ασυνήθιστη εγρήγορση δεν τον άφηνε να περιμένει το ασανσέρ. Γύρισε το κλειδί, άνοιξε την πόρτα και για μια στιγμή κοντοστάθηκε γιατί άκουσε τη φωνή της Έφης.
«Μπα, τελείωσε», είπε φωναχτά, με τον κόμπο να λύνεται κάπως. Η Έφη μιλούσε ακόμα από την τηλεόραση που ήταν ανοιχτή. Ο Σάββας έριξε την κόλα σε έναν κουβά με νερό και άρχισε να ανακατεύει με ένα πινέλο που ο Πασχάλης του είχε συστήσει ως τον αρχηγό των πινέλων για τέτοιες δουλειές. Η Έφη συνέχιζε να μιλάει στην οθόνη, κάνοντας πλέον ρεπορτάζ δρόμου έξω από τη Βουλή, ρωτώντας περαστικούς την άποψή τους για την επιστροφή στη δραχμή.
Όταν η κόλλα απέκτησε βλενοειδή όψη και υφή, ο Σάββας πήρε μια αρμαθιά δεκαχίλιαρα και τα πέταξε μπροστά του. Κράτησε ένα μόνο στο χέρι του και άρχισε να ανεβοκατεβάζει το βρεγμένο πινέλο στον τοίχο.
Ο κόμπος έφευγε σιγά-σιγά, όσο τα λεφτά κάλυπταν την επιφάνεια και έφτιαχναν την ταπετσαρία που θα προκαλούσε πολλές, μα πολλές, απορίες στο σπιτονοικοκύρη το προσεχές Σάμσταγκ.


[Το διήγημα "Σάμσταγκ" είναι από τη συλλογή "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα" του Γιώργου Τσαντίκου. Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στην Πρωτοπορία ή να κατεβάσετε το e-book του δωρεάν. Διαβάστε περισσότερα και εδώ: http://voreiodytikes.blogspot.com/2011/04/blog-post_1636.html]

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Retropolis

Τελευταία μέρα των διακοπών και από αύριο ξεκινούν οι προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός της χρονιάς στο χώρο του βιβλίου. Η 8η διεθνής έκθεση Θεσσαλονίκης θα ανοίξει τις πύλες της την Πέμπτη 5 Μαΐου και σίγουρα θα είναι μια καλή ευκαιρία για να γνωριστούμε με φίλους αναγνώστες. Λίγο πριν, στην Αθήνα, θα παρουσιαστεί ένα πολύ ενδιαφέρων project με το όνομα Retropolis.

H free press Metropolis είχε την ιδέα να ταιριάξει τραγούδια της εποχής του Μεσοπολέμου με σύγχρονες διασκευές τους και διηγήματα εμπνευσμένα από αυτά. Μία πρώτη γεύση μπορείτε να πάρετε και στο trailer που υπάρχει στο youtube. Για τα υπόλοιπα αντιγράφουμε τις λεπτομέρειες από το δελτίο τύπου.

Μια μοναδική βραδιά την Τρίτη 3 Μαΐου 2011 στο θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη.

Παρουσίαση: Δημήτρης Πασσάς
Εκπρόσωποι της νέας μουσικής σκηνής δίνουν ραντεβού με τις καλύτερες στιγμές του αστικού τραγουδιού του μεσοπολέμου το βράδυ της Τρίτη 3 Μαΐου 2011 στις 9 το βράδυ στη φιλόξενη στέγη του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.
Στην εκδήλωση θα ακουστούν νέες εκδοχές γνωστών και αγαπημένων τραγουδιών της εποχής του Μεσοπολέμου που αποτελούν εξαιρετικά δείγματα της δουλειάς συνθετών όπως ο Αττίκ, ο Κώστας Γιαννίδης, ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο Νίκος Χατζηαποστόλου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Κυπαρίσσης κ.α.
Οι εκδοχές αυτές περιλαμβάνονται σε cd που θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά την ημέρα της εκδήλωσης και στο οποίο συμμετέχουν με δουλειά τους οι εξής: Θανάσης Αλευράς, Χάρης Αττώνης, Belleville, Cyanna, Δάρνακες, Empty Frame, Full Tattoo, Κώστας Δαλακούρας με την Κρίνθη Ζήρα, Στάθης Δρογώσης, Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης/Μαρία Παπαγεωργίου, Ελεάννα Ζεγκίνογλου, Σόφη Κωνσταντινίδου, Matisse με την Αγγελική Ζήκα, Τία Μενούτη, Χρήστος Μουστάκας/Δίδυμο, Προκόπης Πολίτης/Βαγγέλης Ασημάκης, Ηρώ Σάϊα, Tareq, Μαριέττα Φαφούτη, Γιώργης Χριστοδούλου.

Τραγούδι - Διασκευή - Διάρκεια - Χρονολογία
Ζεχρά: Μαριέττα Φαφούτη 2:38 - 1938
Από μέσα πεθαμένος: Στάθης Δρογώσης 3:25 - 1918
Δεν σου πάει το πάχος Δημητράκη: Ελεάννα Ζεγκίνογλου 3:43 - 1930
Ζητάτε να σας πω: Γιώργης Χριστοδούλου 4:30 - 1930
Μισιρλού: Tareq Σουλεϊμάν 4:14 - 1927
Σαν όνειρο μαγευτικό: Tareq Σουλεϊμάν 3:49 - 1921
Πέρσι τέτοιο καιρό: Tareq Σουλεϊμάν 4:09 - 1938
Θα σ’ εκδικηθώ: Δίδυμο 3:00 - 1936
Άσε τον παλιόκοσμο να λέει: Δάρνακες 3:50 - 1938
Πόσο λυπάμαι: Empty Frame 3:45 - 1938
Ο Διαβάτης της ζωής: Cyanna 4:12 - 1938
Ο Πασατέμπος: Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης- Μαρία Παπαγεωργίου
3:16 - 1940
Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά: Ηρώ Σαΐα 3:15 - 1940
Μεταξύ μας: Matisse 4:09 - 1938
Μαραμένα τα γιούλια και οι βιόλες: Κώστας Δαλακούρας 4:26 - 1935
Ακόμη ένα ποτηράκι: Προκόπης Πολίτης – Βαγγέλης Ασημάκης 4:02 - 1939
Ξενομανία: Θανάσης Αλευράς 2:50 - 1936
Κάτι με τραβά κοντά σου: Belleville 4:17 - 1936
Σε λυπάμαι: Σοφία Κωνσταντινίδου 3:22 - 1936
Τι μάτια: Jam Difusion 3:26 - 1921
Eίμαι ερωτευμένος με τα μάτια σου: Full tattoo 4:43 - 1937

Η εκδήλωση αλλά και η έκδοση του cd είναι μέρη ενός ολοκληρωμένου project που συνδυάζει θέαμα μέσα από μουσική και κείμενα και έχει ως κεντρικό του στόχο να αναδείξει και να προβάλλει, δεδομένων των αναλογιών, τη σχέση ανάμεσα στο τότε και το τώρα, τις ομοιότητες των συμπεριφορών που ξαφνιάζουν αλλά και τις διαχρονικές αξίες και στάσεις ζωής των Αθηναίων απέναντι στα καθημερινά και τα ανθρώπινα…
Σε αυτό το πλαίσιο το cd με τα τραγούδια συνοδεύεται με μια έντυπη έκδοση με μικρά διηγήματα από νέους συγγραφείς που εμπνέονται από αυτά τα τραγούδια και τις «πειραγμένες» εκδοχές τους.
Στην έκδοση περιλαμβάνονται διηγήματα που έχουν γράψει οι: Δημήτρης Σωτάκης, Βάσια Τζανακάρη, Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Ηλίας Κολοκούρης, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Χρύσα Μπαχά, Γιάννης Πλιώτας, Στέργια Κάββαλου, Ειρήνη Μαργαρίτη, Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, Γιώργος Ρομπόλας, Αθως Δημουλάς.
Στο project, ο Γιάννης Καστανάκης και ο Νίκος Ασημάκης ανέλαβαν την ευθύνη της οργάνωσης και επιμέλειας της μουσικής εκδήλωσης και της έκδοσης του cd, ο Άθως Δημουλάς και ο Γιώργος Ρομπόλας την επιμέλεια της έντυπης έκδοσης, ενώ το γενικό συντονισμό «κράτησαν» η Νατάσα Μαστοράκου και ο Βίκτωρας Δήμας. Ξεχωριστή θέση στο όλο project έχει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος στον οποίο ανήκει η αρχική σύλληψη, αλλά και η επιλογή των τραγουδιών.

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Πειραιώς 206 (ύψος Χαμοστέρνας), Ταύρος
Τηλ.: 210-3418550
Τρίτη 3 Μαΐου
Ώρα έναρξης: 9 μ.μ.
Είσοδος: 15€
Φοιτητικό, Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας (ΟΑΕΔ), Πολυτέκνων (ΑΣΠΕ), Ευρωπαϊκής Κάρτας Νέων & Κάτοχοι Κάρτας Πολιτισμού, ΑμΕΑ: 10€

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Καλές διακοπές, καλές αναγνώσεις

Δεν νοούνται διακοπές χωρίς καλά βιβλία για παρέα. Λίγο πριν την Ανάσταση ανεβάζουμε μερικές δικές μας προτάσεις. Ευχόμαστε σε όλους καλή Ανάσταση και να περάσετε όσο καλύτερα γίνεται, με οικογένεια, φίλους και λογοτεχνικούς ήρωες.

Ο Μιχάλης Σπέγγος είναι συγγραφέας -ανάμεσα σε άλλα- του εξαιρετικού Imperium. Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το καινούργιο του βιβλίο, το συναρπαστικό Στοίχημα των Ανθρώπων, που θέτει ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Το Κοράκι σε άλικο φόντο του Λευτέρη Κεραμίδα είναι ένα από τα καλύτερα -αν όχι το καλύτερο- ελληνικό φάνταζυ των τελευταίων χρόνων. Πολλές ιστορίες του κόσμου στον οποίο εξελίσσεται μπορείτε να διαβάσετε και στο ιστολόγιο του συγγραφέα.

Σε διαφορετικό μήκος κύματος είναι η συλλογή διηγημάτων Αλτσχάιμερ Τρανς της Στέργιας Κάββαλου. Η συγγραφέας άνοιξε το παράθυρό της, βγήκε βόλτα στους δρόμους, είδε όσα προβάλλονται στην τηλεόραση και κατέγραψε τον γνήσιο νεοελληνικό σουρεαλισμό.

O Peter Yeldham είναι γνωστός Αυστραλός συγγραφέας με πολλές βραβεύσεις και δυνατή γραφή. Η Μακρινή Ακτή είναι το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά. Ακολουθούν λίγα λόγια από το οπισθόφυλλο.

"Στη δεκαετία του 1950 η µικρούλα Κατερίνα Βάσσου φτάνει στο λιµάνι του Σίδνεϊ γεµάτη ελπίδες και προσδοκίες για ένα καλύτερο µέλλον. Πολύ γρήγορα όµως βλέπει τον κόσµο της να γκρεµίζεται, όταν την εγκαταλείπει η µητέρα της. Μαζί µε τον πατέρα της θα παλέψουν για να γίνουν αποδεκτοί σε µια άγνωστη και εχθρική καινούρια χώρα."

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Η Έλενα Μαρούτσου για το 1.000.000 στιγμές


Η συγγραφέας Έλενα Μαρούτσου γράφει για το "Ένα εκατομμύριο στιγμές" του Μιχάλη Φουντουκλή και μας κάνει απλά περήφανους.


1.000.000 στιγμές

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του, ο Μιχάλης λέει πως 1.000.000 στιγμές είναι πολλές στιγμές. Δεν πρόκειται να τον αντικρούσω, όμως, έτσι τυπωμένο αριθμητικά στον τίτλο, με το 1 να δεσπόζει, μου φάνηκε ελκυστική η σκέψη πως θα μπορούσε να πρόκειται για μια στιγμή. Μια στιγμή διογκωμένη σα μπαλόνι, μια στιγμή που όσο πιο πολλά μηδενικά της αραδιάσεις στο κατόπι τόσο φουσκώνει και φουσκώνει. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα αυτή η στιγμή-μπαλόνι ονομάζεται φοιτητική ζωή, κι όπως κάθε στιγμή όσο διαρκεί έχει τα χαρακτηριστικά της αιωνιότητας, ενώ όταν σκάσει σε βρίσκει κάπως απορημένο κι έκθαμβο στο κατώφλι της ωριμότητας.

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη περίοδος στη ζωή του ανθρώπου φορτωμένη με τόσους μύθους και προσδοκίες όσο η φοιτητική ζωή. Η ίδια η ιδιότητα του «φοιτητή» στην Ελλάδα μοιάζει όχι τόσο με ένα στάδιο εντατικής προετοιμασίας για την επαγγελματική ζωή όσο με ένα έπαθλο, μια ψυχική αποζημίωση για τόσα χρόνια σχολικής βαρεμάρας και φροντιστηριακής υπερκόπωσης. Τουλάχιστον η δική μου η γενιά έτσι έζησε τα φοιτητικά της χρόνια, μέσα σε μια ονειρική δικαίωση, λες και επιτέλους θα μπορούσαμε να αναπαυθούμε σ’ ένα νησί, όπου μας έβγαλε το κρόουλ των πανελλαδικών λίγο πριν ξαναβουτήξουμε για τα βαθιά και μαύρα (όπως αποδείχθηκε) νερά της εύρεσης εργασίας.

Πάντα αναρωτιόμουν αν και σήμερα το νησί αυτό κατοικείται από τους ίδιους ανεκδιήγητους ιθαγενείς, αν βυθίζεται στις απολαύσεις των πολύωρων καφέδων, αν καλύπτεται από την ίδιες αναθυμιάσεις καπνού και αλκοόλ, αν σέρνεται στα αμφιθέατρα των συνελεύσεων με την ίδιο μείγμα θυμηδίας και δυσπιστίας, αν οι παρέες λιώνουν και δένουν μεταξύ τους, ακούραστα άσωτοι και κουρασμένα ρομαντικοί. Πέρα απ’ τη λογοτεχνική ή όποια άλλη αξία αυτού του βιβλίου, προσωπικά έπιασα να το διαβάζω για να θυμηθώ αλλά και να ανακαλύψω. Δεν θα σας αποκαλύψω τα πορίσματα αυτής της έρευνας, μιας και το ενδιαφέρον τους είναι καθαρά προσωπικό. Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως δεν έχω διαβάσει τόσο ειλικρινή, αστεία αλλά και τρυφερή αποτύπωση της σύγχρονης φοιτητικής ζωής.

Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Πέτρος, σπουδάζει σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Η αφήγηση ξεκινάει τον Σεπτέμβρη με την έναρξη του τελευταίου έτους των σπουδών του και λήγει τον επόμενο Σεπτέμβρη, όταν ο ίδιος αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της φοιτητικής παρέας είναι έτοιμα να πάρουν ο καθένας το δικό του δρόμο . Ο Μιχάλης έχει επιλέξει αυτή τη χρονιά, που στέκει σαν όριο ανάμεσα σε δυο κόσμους, για να ξετυλίξει το νήμα με τις 1.000.000 στιγμές, τους 1.000.000 κόμπους, τους οποίους ψηλαφεί έναν έναν με την ίδια προσοχή, την ίδια χιουμοριστική αλλά και κριτική διάθεση χωρίς να δημιουργεί τεχνητά σκαμπανεβάσματα στην πλοκή, κρατώντας ένα σταθερό αλλά κι ανάλαφρο βηματισμό. Μ’ αυτό τον τρόπο, καθώς τα κεφάλαια κι οι μήνες στους οποίους αντιστοιχεί το καθένα προχωρούν, έχεις την αίσθηση πως σε τραβάνε από το χέρι να περπατήσεις μαζί με τον αφηγητή, μέρα τη μέρα στιγμή τη στιγμή, γευόμενος κι εσύ λίγο λίγο αυτό το μίγμα από τρέλα, πλήξη, διάβασμα κι έρωτα που ποτίζει τη φοιτητική ζωή της παρέας.

Η παρέα είναι ο ιστός που κρατάει δεμένες τις 1.000.000 στιγμές του βιβλίου. Ο Πέτρος, ο Αποστόλης ή Τόλης ή Τρολ, τα 3Φ (η Φένια, η Φαίη κι η Φανή), ο Ανέστης που αργότερα έγινε Άλεξ ή για τους φίλους Αλεξάκης, μπλέκονται μεταξύ τους και μπλέκουν κι άλλους που η τροχιά τους συναντιέται για λίγο με τη δική τους: ο Μπάμπης ο σουβλατζής που έχει αναλάβει να τροφοδοτεί οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας την παρέα, η Γατούλα που τρίβει τη γούνα της πάνω στον Πέτρο, ο Φρανς κι η Φραντσέσκα, ο κυρ-Θύμιος κι οι χορεύτριες τάνγκο της Σιγκαπούρης. Άλλοτε η ζωή της παρέας μοιάζει να βρίθει από πρόσωπα και γεγονότα, σαν ένα τσίρκο, όπου τα νούμερα διαδέχονται με διασκεδαστική αγωνία το ένα το άλλο, κι άλλοτε λιμνάζει σε σπίτια φίλων μπροστά από τηλεοράσεις, οθόνες υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων. Λένε πως οι φίλοι είναι η συγνώμη του Θεού για την οικογένεια. Όχι μόνο δεν θα διαφωνήσω αλλά θα τα φουσκώσω κι άλλο, αν αυτό είναι δυνατό: οι φίλοι είναι μια συνεχής δοκιμή ξανασχεδιασμού της οικογένειας, σβήνοντας κατά τόπους το αρχικό σχέδιο έτσι όπως έχει αποτυπωθεί πάνω μας, ξαναγράφοντας κι αλλάζοντάς το, όσο και όπως μπορούμε.

Αν η παρέα λοιπόν είναι ο ιστός του βιβλίου, ο έρωτας είναι μια σειρά από έντομα που έχουν πιαστεί μέσα. Ένας έρωτας που δεν έχει ξεχαστεί και ρίχνει τη σκιά του στους επόμενους, καινούργιες αγάπες που κυνηγάν η μια την ουρά της άλλης, ελπίδες πάνω στα σκαμπό ενός μπαρ που δεν αργούν να γκρεμιστούν στο πάτωμα, ο πόθος σαν ένα παιχνίδι με καθρεφτάκια που ανακλά τη λάμψη του από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, από οθόνη κινητού σε οθόνη υπολογιστή, τυφλώνοντας τελικά τους πάντες, ζευγαρώνοντας για τα καλά κάποιους, αφήνοντας σύξυλους τους περισσότερους.

Στις οθόνες όμως αυτού του βιβλίου δεν περνούν μόνο σχέσεις καρδιακές, ψημένες φιλίες και άψητοι έρωτες. Υπάρχει και το Παπάκι. Το Παπάκι είναι η φωνή του Πέτρου, του πρωταγωνιστή, έτσι όπως φτάνει στους υπόλοιπους αλλά και σε μας τους αναγνώστες μέσω των άρθρων του στη φοιτητική εφημερίδα, όπου δημοσιεύει τις σκέψεις του γύρω από όλα αυτά που συμβαίνουν στην πόλη, στο πανεπιστήμιο, στις παρέες, στην πολιτική, στον έρωτα, στη ζωή του. Αυτά τα αποσπάσματα, γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, μας αποσπούν προσωρινά από τα καφέ, τα μπαράκια, τους καναπέδες και τα σεντόνια, σαν η κάμερα του συγγραφέα να παίρνει μια απόσταση, βλέποντας για λίγο τα πράγματα από ψηλά, περιγράφοντας κι αναλύοντάς τα, όχι όμως με το ύφος ενός παντεπόπτη και παντογνώστη αφηγητή, αλλά με το χιούμορ και την κριτική διάθεση κάποιου που βράζει κι ο ίδιος μέσα στην καυτή σούπα της οποίας απαριθμεί τα υλικά και τις δόσεις.

Όμως όλα αυτά, έχω την εντύπωση, όλες αυτές οι 1.000.000 στιγμές του βιβλίου, θα σκόρπιζαν και θα χάνονταν ή θα αναλήπτονταν σαν το μπαλόνι της μιας στιγμής, όπως έλεγα στην αρχή, αν δεν είχαν κι ένα βαρίδι να τις κρατάει στη γη. Κι αυτό το βαρίδι είναι ο θάνατος. Κι όχι μόνο ο συμβολικός, των σχέσεων ή της φοιτητικής ζωής, ας πούμε, που φτάνει σ’ ένα τέρμα, αλλά κι ο άλλος, ο πραγματικός, αυτός που αφήνει το στίγμα του στα σώματα και τις ματιές και τίποτα μετά από αυτό δεν είναι ίδιο. Άλλωστε το «στίγμα» κι η «στιγμή» βγαίνουν απ’ το ίδιο ρήμα, έχουν την ίδια ρίζα, την ίδια μάνα. «Στίζω» θα πει χαράζω ένα στίγμα, ένα τατουάζ, μια ακόμα γραμμή στον τοίχο με το κοπίδι του χρόνου.

Ο Μιχάλης χάραξε 1.000.000 απολαυστικές, καθημερινές, αστείες, παράξενες, μελαγχολικές στιγμές πάνω σε αυτό το βιβλίο. Σειρά σας τώρα να τις διαβάσετε.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Χρειάζεται να δίνουν οι συγγραφείς προίκα;

Με μεγάλη χαρά διάβασα το σημερινό αφιέρωμα του Βήματος στις βορειοδυτικές. Χθες με πήρε στο τηλέφωνο ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Μπέκος και μιλήσαμε για βιβλία, την κρίση, την εκδοτική κατάσταση, το facebook και το αν πρέπει ή όχι οι συγγραφείς να δίνουν προίκα.

Ο Γιαννιώτης Γιάννης Πλιώτας, προωθεί τα βιβλία του αποκλειστικά μέσω κοινωνικών δικτύων

Είναι τριαντάρης και ζει μόνιμα στα Ιωάννινα. Αγαπάει το διάβασμα και το γράψιμο. Το βιβλία ανέκαθεν τον ενθουσίαζαν.

Στα μέσα του προηγούμενου Δεκέμβρη του 2010 έκανε έναν κρυφό πόθο πραγματικότητα: ίδρυσε έναν εκδοτικό οίκο με το χαρακτηριστικό όνομα «Βορειοδυτικές εκδόσεις».

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έμενα στα Γιάννενα. Είμαι κανονικός Γιαννιώτης» εξηγεί ο Γιάννης Πλιώτας, γεννημένος το 1981, με καταγωγή από την Αρκαδία, για την προσπάθεια του να στήσει κάτι όμορφο για το βιβλίο στην περιφέρεια. Η δουλειά του πατέρα του απαιτούσε πολλές μεταθέσεις. Οι γονείς του αποφάσισαν, εν τέλει, να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Ηπείρου και έκτοτε ζει εκεί όλη η οικογένεια.

Σπούδασε ηλεκτρολόγος-μηχανικός στην Πάτρα αλλά «από τη στιγμή που είχα αρχίσει να γράφω, όλο και ωρίμαζε μέσα μου η ιδέα για έναν εκδοτικό οίκο». Ο ίδιος έχει εκδώσει μια σειρά τριών μυθιστορημάτων υπό τον τίτλο «Το Βασίλειο της Αράχνης» (Λιβάνης) και έχει συνεργαστεί με πολλά περιφερειακά έντυπα γράφοντας στις σελίδες λογοτεχνίας που φιλοξενούν.

Στην Πάτρα συνεργάστηκε με τον εκδοτικό οίκο «Χαραμάδα» και ήταν αρχισυντάκτης για λίγα τεύχη στο free press περιοδικό για το βιβλίο «Bookmarks» το οποίο ανέστειλε την κυκλοφορία του εξαιτίας της κρίσης.

«Ήθελα να κάνω έναν εκδοτικό οίκο, παρ’ ότι γνωρίζω ότι τα πράγματα στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Υπάρχουν πάρα πολλοί εκδότες που εκδίδουν πάρα πολλά πράγματα. Υπάρχει υπερπροσφορά με κριτήρια εμπορικά, ενισχύονται οι προσωπικές εκδόσεις πολλών ανθρώπων που γράφουν με το ανάλογο τίμημα φυσικά. Ισχύει, ξέρετε, αυτό που έλεγε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στην ταινία “Η κόρη μου η σοσιαλίστρια”» λέει: «Προίκα; Γιατί να δώσω προίκα; Το μόνο που δίνεις και μάλιστα δίνεις και παραπάνω για να το πάρει κάποιος είναι τα σκουπίδια».

«Κινούμαι ελεύθερα, δεν έχω πλέον ωράριο»

Αποφάσισε να κάνει κάτι με σκοπό να ξεχωρίσει αλλά και να συμβαδίζει με τις ιδέες του. «Είναι φιλόδοξο, το ξέρω, αλλά είναι κάτι που με γεμίζει. Αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει είναι να διαβάσουν τα βιβλία όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι. Πιστεύω ότι τα βιβλία που επιλέγω είναι καλά και τα υποστηρίζω με όλους τους τρόπους».

Εχει ένα μικρό γραφείο στο οποίο δουλεύει, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για μια άϋλη επιχείρηση. «Με τις δυνατότητες που μου παρέχει το ίντερνετ μπορώ να δουλεύω έξω, από το μέρος όπου πίνω τον καφέ μου. Μου αρέσει που κινούμαι ελεύθερα και δεν έχω πλέον ωράριο».

Υπάρχουν έξοδα, αλλά γενικώς το άνοιγμα που έχει κάνει δεν είναι μεγάλο. Πολλά πράγματα γίνονται στη βάση της συνεργασίας «της ανταλλακτικής εργασίας». «Ζητάω από έναν φίλο, λ.χ. να μου φτιάξει το εξώφυλλο και εγώ θα του το ανταποδώσω αλλιώς».

Το εγχείρημα φάνταζε δύσκολο μέσα στα περιοριστικά πλαίσια της κρίσης. «Πριν ξεκινήσω μου έλεγαν, μα τι πας να κάνεις, δε βλέπεις την κρίση, περίμενε να κοπάσει. Ήμουν όμως αποφασισμένος να το κάνω, δεν μπορούσα να περιμένω σε πόσα χρόνια θα τελειώσει η κρίση» μας λέει.

Ο Γιάννης Πλιώτας ψάχνει με υπομονή να βρει ποια θα είναι τα επόμενα βιβλία που θα εκδόσει ανάμεσα στις δυο τρεις προτάσεις που λαμβάνει κάθε εβδομάδα στο γραφείο. «Για την ώρα θα μείνω στους έλληνες συγγραφείς». Στο μέλλον πάντως δεν αποκλείεται να επεκτείνει τις αναζητήσεις του και στο εξωτερικό.

Ο ίδιος στηρίζει σχεδόν αποκλειστικά την προώθηση των βιβλίων μέσω των νέων δικτύων. «Το Facebook μοιάζει να είναι η καλύτερη διαφήμιση, οπότε αν έχεις μια ωραία παρουσία εκεί μπορείς να έχεις μια άμεση επαφή με τους αναγνώστες. Με ενδιαφέρει πολύ το νεανικό κοινό, μολονότι ξέρω ότι δεν διαβάζει αρκετά. Θέλω με πράγματα λίγο εναλλακτικά να τους τραβήξω στη λογοτεχνία μέσω των δικτύων κοινωνικής επαφής».

Ο Γιάννης Πλιώτας είναι από αυτούς που βλέπουν και μερικές θετικές εκφάνσεις στην κρίση. «Η κρίση στον εκδοτικό χώρο θα πλήξει αναμφίβολα όσους από τους μεγάλους εκδότες είχαν ανοιχτεί αρκετά. Θα κάνουν μοιραία μειώσεις στις δαπάνες τους. Νομίζω πως η κρίση είναι ταυτόχρονα και ευκαιρία: ίσως να έχει βοηθήσει την ανάγνωση καθαυτή. Επειδή το βιβλίο είναι μια φθηνή ψυχαγωγία και ο κόσμος μένει περισσότερο χρόνο πλέον μέσα στα σπίτια του».

Οι «Βορειοδυτικές εκδόσεις» εκδίδουν και κυκλοφορούν τα βιβλία τους με τον παραδοσιακό τρόπο: μπορεί ο καθένας να τα αναζητήσει στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ταυτόχρονα οι αναγνώστες μπορούν να διαβάσουν δωρεάν στο διαδίκτυο τις ηλεκτρονικές εκδοχές τους στον ιστότοπο http://voreiodytikes.blogspot.com/.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ο Κύριος Καρπούζης μετακόμισε


Όπως φαίνεται και από την εικόνα δίπλα, ο Κύριος Καρπούζης (δηλαδή ο Μιχάλης Φουντουκλής) μετακόμισε από το wordpress στο blogger. Τον καλωσορίζουμε, ενώ αν θέλετε να τον ακολουθήσετε και στο facebook, εδώ θα βρείτε τη σελίδα του.

Σήμερα Τρίτη, σε μία ώρα περίπου στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων (98,7), ο Γιώργος Τσαντίκος θα μιλήσει για τους Ναΐτες, το καινούργιο βιβλίο των βορειοδυτικών. Στις πρώτες μέρες μπορείτε να το βρείτε άμεσα στην Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα) και στον Αναγνώστη εδώ στα Γιάννενα. Αλλά και σε όποιο βιβλιοπωλείο κι αν το ζητήσετε σε όλη τη χώρα θα σας το φέρουν.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ναΐτες!

Όπως έχουμε αναφέρει ξανά, είχε καιρό να βγει ένα καλό βιβλίο με Ναΐτες και αποφασίσαμε να σηκώσουμε στους ώμους μας αυτήν τη μεγάλη ευθύνη. Έτσι από τη Δευτέρα θα πάρει τη θέση του στα ράφια και τους πάγκους της Πρωτοπορίας το καινούργιο μας βιβλίο, "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα" του δημοσιογράφου Γιώργου Τσαντίκου.
Είναι μία συλλογή διηγημάτων που ανάμεσα σε άλλα προβλέπει ότι θα επιστρέψουμε σύντομα σε δραχμές (με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο). Επίσης εξηγεί με στιβαρά επιστημονικά στοιχεία ότι η διαθεσιμότητα των κρουασάν ζαμπόν-τυρί στο στρατό είναι αντιστρόφως ανάλογη των μερών που απομένουν για να απολυθεί ένας φαντάρος.
Το εξώφυλλο επιμελήθηκαν η Ελένη Λαμπροπούλου και ο Μιχάλης Φουντουκλής.




Όπως θα διαπιστώσετε με ένα γρήγορα ξεφύλλισμα, στις σελίδες του βιβλίου υπάρχουν διάσπαρτα παλιά αποκόμματα εφημερίδων, σαν αυτό που βλέπετε εδώ αριστερά. Ελπίζουμε να προκαλέσουν χαμόγελα, αλλά και σκέψη.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

1.000.000 στιγμές στην Αθήνα!

Ή αλλιώς, πώς να κάνετε καμάκι με ένα καλό βιβλίο

Αύριο, Σάββατο στις 7+30 το απόγευμα, θα παρουσιάσουμε στην Αθήνα το "1.000.000 στιγμές", του Μιχάλη Φουντουκλή. Όπως μπορείτε να διαβάσετε και στην πρόσκληση, είναι ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές χρήσεις.
Η εκδήλωση θα γίνει στο πολυσυλλεκτικό cafe Dasein και για το βιβλίο θα μιλήσει η συγγραφέας Έλενα Μαρούτσου.
Μάθετε περισσότερα και στο σχετικό event στο facebook.

Θα είναι η πρώτη μας παρουσίαση στην Αθήνα και θα χαρούμε πολύ αν έρθετε να γνωριστούμε και να μιλήσουμε για λογοτεχνία, e-books, άδειες creative commons και Ναΐτες. Όχι, δεν θα αποκαλύψουμε τα απόκρυφα μυστικά τους, ούτε την τοποθεσία του χαμένου θησαυρού τους. Απλά, μόλις έχει εκτυπωθεί το νέο μας βιβλίο, η συλλογή διηγηματών "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα" του Γιώργου Τσαντίκου

ΥΓ: Σε υπόλοιπα νέα, διαβάστε (και δείτε) σήμερα στον Ηλεκτρονικό Αναγνώστη ένα πολύ καλό hands-on review του kindle Dx.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Οι λέξεις δεν μας ανήκουν

Λίγα λόγια του συγγραφέα Νίκου Καρακάση για τη Σιωπή της Πόλης, τη νουβέλα που κυκλοφορεί ελεύθερα και δωρεάν από τις εκδόσεις μας:

"Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ είναι ένα έργο που γράφτηκε πολλά απογεύματα σαν γυρνούσα από την δουλειά, κουρασμένος ή ακόμη και με ένα σφίξιμο ανεξήγητο στο στήθος, βαρύ από σκέψεις και ανθρώπινες καταστάσεις. Εκείνον τον άστεγο, τον είχα δει με την άκρη του ματιού μου αρχικά, έπειτα πιο προσεκτικά και τέλος στάθηκα να τον παρατηρώ ταχτοποιώντας αναρίθμητες σκέψεις που πραγματικά πίστεψα ότι με δοκίμαζαν. Κατέληξα ότι δεν ήταν αυτός, ή τουλάχιστον, δεν ήταν μόνο αυτός που παρατηρούσα αλλά ένα σύνολο ανθρώπων που πλαισιώνουν εκείνο το παράταιρο τέλμα(;) της ζωής της πόλης. Κάποιοι τον έστησαν εκεί, κάποιοι τον απομάκρυναν από τους νευρώνες της κοινωνίας και κάπου, ίσως λέω, ο ίδιος να πήρε κάποιες αποφάσεις για να ηρεμήσει την ταραγμένη του ζωή. Όλα υποθέσεις είναι, εικασίες ή και φαντασιώσεις αν θέλετε. Τέτοιες μάλιστα που δοθείσης της ευκαιρίας, έγραψα όχι μόνο για αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και για μια ελάχιστη μερίδα ανθρώπων που πλαισιώνουν τον μύθο της νουβέλας. Σαν να ήταν κάποιο θέατρο, παρουσίασα τα πρόσωπα στην αρχή της νουβέλας, έναν προς ένα. Τον άστεγο Χρήστο, τον κύριο Πολυδεύκη, την εκλεκτή δεσποινίδα και άλλους. Τέλος, από το κεφάλαιο Ανθρώπων έργα και έπειτα, όλοι τούτοι οι άνθρωποι έδεσαν με την παρουσία του συγγραφέα (τον κύριο Κ), όπου η έμπνευση είχε αρχίσει να τον εγκαταλείπει. Και εκεί ξεκινάει ο μύθος....

Σαν μέγεθος το κείμενο είναι μικρό, μόνο 86 σελίδες. Και αυτός είναι ο λόγος που πήρε την μορφή του ebook. Το είχα σαν σκέψη, καιρό τώρα να το δημοσιοποιήσω με την επισημότητα του. Κάποια στιγμή γνώρισα έναν εκλεκτό άνθρωπο, τον Γιάννη τον Πλιώτα που κάνει τα πρώτα του βήματα στον εκδοτικό χώρο με τον επιβλητικό τίτλο Βορειοδυτικές εκδόσεις, αφού πρώτα έχει δοκιμάσει και δοκιμαστεί ως συγγραφέας. Του ζήτησα, να το κυκλοφορήσουμε σε ebook, και αν είναι δυνατό να το μοιράσουμε δωρεάν. Συμφωνήσαμε σε όλα. Στο κείμενο έγινε επιμέλεια, διορθώσεις, εξώφυλλο και γενικά ότι χρειάζεται ένα βιβλίο για να τυπωθεί. Μόνο που για την ώρα δεν θα τυπωθεί αλλά θα μοιραστεί με τους φίλους του διαδικτύου με την άδεια creative commons. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να το κατεβάσετε, να προβάλλετε μέρος του όπου θέλετε, αρκεί να υπάρχει η φανερή ένδειξη της προέλευσης και του ιδιοκτήτη του κειμένου.

Είμαι της αίσθησης ότι οι λέξεις δεν μας ανήκουν, η σύνθεση και η επιμέλεια της χαοτικής μας σκέψης, είναι που μας κάνει δημιουργούς και αυτή είναι η χαρά της γραφής. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι αφορίζω τα τυπωμένα βιβλία, θα συνεχίσω να εκδίδω με τον πατροπαράδοτο τρόπο. καθότι κανένα κομπιούτερ ή ereader δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει την μυρουδιά του χαρτιού και τα στρογγυλεμένα μαύρα γράμματα που μπορείς να τα αισθανθείς με την αφή."


Νίκος Καρακάσης

Η σιωπή της πόλης


Νουβέλα, αποκλειστικά σε e-book

Σελίδες: 86

Φωτογραφία εξωφύλλου: Σωτήρης Ζαφείρης

Μακέτα εξωφύλλου: Μιχάλης Φουντουκλής

ISBN: 978-960-99666-2-7

Τιμή: δωρεάν




Εκείνον τον άστεγο τον συναντώ αρκετά πρωινά κοντά στο σπίτι μου. Κοιμάται σε ένα παλιό στρώμα και ζει κάτω από μια ελιά. Αυτός είναι όλος κι όλος ο κόσμος του και στη φιγούρα του διάβασα πολλές φορές ότι του είναι αρκετός. Μπορεί να κάνω λάθος, πάντως στα δικά μου μάτια, εκεί, στα βόρεια προάστια όπου όλοι έχουν σπίτι, κήπο και αυλόπορτα, μου θυμίζει έντονα την μπογιά που ξέφυγε από τον ζωγράφο. Δεν του έχω μιλήσει ποτέ, δεν ξέρω τίποτα για αυτόν, μα πάντα όποτε περνώ από κοντά του, νιώθω ανεξήγητα στο βλέμμα του έναν πικρό σαρκασμό· ειδικά τις μέρες που επιστρέφω σπίτι με κάποια μελαγχολική διάθεση, νιώθοντας την πόλη να με σφίγγει στο στήθος.
Κάποιες ιστορίες ανθρώπων και ένας μύθος ομολογούν τα λάθη μιας πόλης που σιωπά.


Διαβάστε και κατεβάστε το βιβλίο ελεύθερα από το issuu, και αναζητήστε το στη βάση δεδομένων της βιβλιονέτ.

Βρείτε το επίσης στο free-ebooks.gr και στο ebooks4greeks.

Δείτε την παρουσίαση του βιβλίου στο ιστολόγιο της Ευρυδίκης Αμανατίδου.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Βγάλτε διαβατήρια για τη Γερμανία


Ένα παλιό απόκομμα από την εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγώνας, το οποίο αποδεικνύει ότι η ζωή στην Ελλάδα κάνει κύκλους.

Έχουμε χρησιμοποιήσει διάφορα συμβολικά αποκόμματα στο καινούργιο μας βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων "Οι Ναϊτες πετάχτηκαν δίπλα" του Γιώργου Τσαντίκου.

Θα μπορείτε λογικά να βρείτε τους Ναΐτες στην Πρωτοπορία στο τέλος της εβδομάδας (και παράλληλα να κατεβάσετε το e-book τους), ενώ θυμίζουμε ότι το Σάββατο έχουμε την πρώτη παρουσίασή μας στην Αθήνα, το 1.000.000 στιγμές του Μιχάλη Φουντουκλή φιλοξενείται στο cafe Dasein!

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΕΣ
αναζητήστε το στην Πρωτοπορία



Γιώργος Τσαντίκος

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα



Σχήμα: 14 x 21 εκ.

Σελίδες: 128

Σύνθεση εξωφύλλου: Ελένη Λαμπροπούλου

& Μιχάλης Φουντουκλής

ISBN: 978-960-99666-3-4

Τιμή: 10 € (ή περίπου 7.000 δραχμές)



Αυτό το βιβλίο δεν έχει Ναΐτες.
Πετάχτηκαν δίπλα για κάτι δουλειές και στο πόδι τους άφησαν εννιά ιστορίες, κοινωνικές κατά βάση, αλλά με ερωτική υπόσταση και πλοκή. Ιστορίες φανταστικές, εμπνευσμένες όμως από την καθημερινότητα, από δυο κουβέντες, μια εικόνα, ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, ένα μονόστηλο εφημερίδας. Ιστορίες υπερβολικές και αληθινές ταυτόχρονα, που αν οι ήρωές τους ήταν αληθινοί, ίσως να ήθελαν να τις ζήσουν έτσι όπως περιγράφονται.
Μέχρι να επιστρέψουν οι Ναΐτες, αφήστε σημείωμα κάτω από την πόρτα.


>Διαβάστε τις κριτικές του βιβλίου στο ιστολόγιο του Δημήτρη Αργυρού, στο ιστολόγιο Κάτοψη, στο Epirus Online, στη matia.gr,στην εφημερίδα Βόρεια Εύβοια, στο ιστολόγιο της Ευρυδίκης Αμανατίδου, το σχόλιο της συγγραφέως Στέργιας Κάββαλου, την παρουσίαση στο περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ και στην εφημερίδα Πριν.

>Η σελίδα του βιβλίου στη βάση δεδομένων της βιβλιονέτ.


>Παραγγείλτε online τους Ναΐτες από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας (μέσω πιστωτικής) ή από το βιβλιοπωλείο μας (αντικαταβολή, paypal).

Γιώργος Τσαντίκος


Ο Γιώργος Τσαντίκος γεννήθηκε το 1975 στα Εξάρχεια και μεγάλωσε στου Γκύζη και στην Κυψέλη. Στα 18 του έφυγε με διοικητική απέλαση από την Αθήνα και με βαθμό πανελληνίων κοντά στο 18, πέρασε στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων από την οποία βγήκε πέντε χρόνια αργότερα με πτυχίο. Έκτοτε, μένει στα Γιάννενα ως μεταπτυχιακός αρχικά και από το 2000 ως δημοσιογράφος, αλλά συνεχίζει να σκέφτεται σαν άνθρωπος. Έχει αλλάξει επτά σπίτια μέχρι τώρα, δεν πατάει ποτέ ανάμεσα στα πλακάκια του πεζοδρομίου και Ναΐτες δεν υπάρχουν σε αυτό, το πρώτο του βιβλίο. Επιφυλάσσεται για τα επόμενα.


>Μπορείτε να παρακολουθήσετε την αρθρογραφία του Γιώργου στη σελίδα του Ηπειρωτικού Αγώνα.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Πώς να κάνετε καμάκι με ένα καλό βιβλίο


Σε περίπου μία εβδομάδα θα παρουσιάσουμε στην Αθήνα το "1.000.000 στιγμές", του Μιχάλη Φουντουκλή. Όπως μπορείτε να διαβάσετε και στην πρόσκληση, είναι ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές χρήσεις.
Η εκδήλωση θα γίνει στο cafe Dasein και για το βιβλίο θα μιλήσει η συγγραφέας Έλενα Μαρούτσου.
Μάθετε περισσότερα και στο σχετικό event.

Θα είναι η πρώτη μας παρουσίαση στην Αθήνα και θα χαρούμε πολύ αν έρθετε να γνωριστούμε.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Στέργια Κάββαλου - Αλτσχάιμερ Trance

Μέσα στις επόμενες μέρες θα δώσουμε λεπτομέρειες για την πρώτη παρουσίαση των βορειοδυτικών στην Αθήνα (Σάββατο 16 Απριλίου στο Dasein), αλλά ως τότε έχουμε να προτείνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση, για αυτή την Πέμπτη στα Γιάνεννα:

Το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου και οι εκδόσεις ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου «Αλτσχάιμερ Trance» της Στέργιας Κάββαλου στο Θυμωμένο Πορτραίτο (Καποδιστρίου 20), την Πέμπτη 7 Απριλίου στις 20:00.

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Αρετή Στασινού και για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος Γιάννης Παπαδημητρίου και ο συγγραφέας-εκδότης Γιάννης Πλιώτας.

Η Στέργια θα κάνει διάλογο με το αναγνωστικό κοινό και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου της. Επίσης, συμμετέχει η ομάδα κρουστών Macaw Samba σε ένα live set samba batucada.

Σίγουρα θα περάσουμε καλά.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Καιρό έχει να βγει ένα καλό βιβλίο με Ναΐτες


...Κάνοντας αυτή τη σκέψη, είπαμε να αναπληρώσουμε αυτό το -πρόσκαιρο ελπίζουμε- κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Σύντομα λοιπόν, θα έχουμε την τιμή να βάλουμε κι εμείς το δικό μας λιθαράκι στη Ναϊτολογία.
Επίσης, σήμερα είχαμε τη χαρά να στείλουμε στο τυπογραφείο το βιβλίο του οποίου το εξώφυλλο βλέπετε εδώ αριστερά. Περισσότερα στις επόμενες μέρες.