Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογή διηγημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογή διηγημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ


"Συνεχίζεται υπό της αρμοδίας υπηρεσίας της Νομαρχίας, η έκδοσις διαβατηρίων διά μετάβασιν εργατών εις Δ.Γερμανίαν προς εργασίαν."

Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Τσαντίκου "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα". Διαβάστε ή κατεβάστε ολόκληρο το βιβλίο δωρεάν, και αν θέλετε αναζητήστε το στην Πρωτοπορία, στην Πολιτεία ή στο δικό μας βιβλιοπωλείο.



Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Η Ματριόσκα ταξιδεύει στην Αθήνα

Μετά από τέσσερις συναυλίες στα Γιάννενα και μετά από Πάτρα, Τρίκαλα και Θεσσαλονίκη, η συλλογή διηγημάτων Ματριόσκα έρχεται και στην Αθήνα. Δωρεάν συναυλία στο Booze λοιπόν (Κολοκοτρώνη 57), αυτό το Σάββατο στις 9 μ.μ., σίγουρα θα περάσουμε καλά και θα μπορείτε να αγοράσετε όλα τα βιβλία των βορειοδυτικών στην τιμή που θα ορίζετε εσείς.




Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Γιάννης Κατσούλης / Χρόνος

Χωρίς πολλά λόγια. Η λογοτεχνία είναι λέξεις και εικόνες. Ο Γιάννης Κατσούλης είναι ο συγγραφέας του Χρόνου που τα παίρνει Όλα, της πιο πρόσφατης συλλογής διηγημάτων μας, για την οποία πληθαίνουν οι εγκωμιαστικές κριτικές. Ακόμα κι αν το βιβλίο δεν φτάσει στα χέρια σας, ο συγγραφέας συστήνεται μέσα από μια φωτογραφία.



Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Ο χρόνος τα παίρνει όλα - κριτική

Ο χρόνος κυλάει με πιο αργούς ρυθμούς το καλοκαίρι, αλλά όπως και να έχει στο τέλος εκείνος θα είναι ο νικητής. Στην εφημερίδα Κυριακάτικος Κήρυκας της Λάρισας δημοσιεύθηκε κριτική για το πιο πρόσφατο βιβλίο μας, τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Κατσούλη Ο χρόνος τα παίρνει όλα. Ευχαριστούμε, και συνεχίζουμε. (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση) 



Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

ευπώλητα, βορειοδυτικές



Διπλή πρωτιά για βιβλία μας στο βιβλιοπωλείο Αναγνώστης για την εβδομάδα μέχρι 29/5. Ο χρόνος τα παίρνει όλα (συλλογή κοινωνικών διηγημάτων του Γιάννη Κατσούλη) και Ο δρόμος του όρκου (μυθιστόρημα με ιστορικά στοιχεία της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη). Σας ευχαριστούμε και συνεχίζουμε! 

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Νέες κυκλοφορίες


Από σήμερα το απόγευμα τα δύο νέα μας βιβλία βρίσκονται στην Πρωτοπορία της Αθήνα. 

Ο δρόμος του όρκου, της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη, είναι ένα μυθιστόρημα για την ιατρική ηθική. 

Ο χρόνος τα παίρνει όλα, είναι μια συλλογή κοινωνικών διηγημάτων από τον Γιάννη Κατσούλη. 


Σας ευχαριστούμε για τη στήριξη μέχρι σήμερα και είμαστε σίγουροι ότι και τα δύο αυτά βιβλία θα γοητεύσουν κάθε βιβλιόφιλο.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Ο χρόνος τα παίρνει όλα

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΕΣ
νέα συλλογή διηγημάτων






Γιάννης Κατσούλης
Ο χρόνος τα παίρνει όλα
Σχήμα: 14 x 21 εκ.
Σελίδες: 144
Φωτογραφία εξωφύλλου: Γιάννης Κατσούλης - Ιουλία Αγγελή
ISBN: 978-960-99666-8-9
Τιμή: 11,1 €








Οι εσωτερικοί μονόλογοι ενός άνθρωπου καθώς περπατάει σε μια πόλη που έχει αλλάξει / Αλληλοαναιρέσεις της σκέψης λίγο πριν από την είσοδο μιας καινούργιας χρονιάς / Όταν μια σφήκα πυροδοτεί τις αντιδράσεις των ενοίκων μιας πολυκατοικίας / Ο μύθος και η πραγματικότητα ενός νεαρού καλλιτέχνη / Ένας άνεργος που θέλει να γίνει ενεργός / Το πορτραίτο ενός ανθρώπου που θέλει ν’ αφουγκραστεί την αλλαγή / Όταν ο θάνατος γυροφέρνει τα κρεβάτια των νοσοκομείων χωρίς να γνωρίζει ότι η τελευταία λέξη ανήκει στους ασθενείς / Η ιστορία μιας σύγχρονης νεράιδας / Η νοσταλγική και αδιάλλακτη ζωή ενός γέρου / Η περιπέτεια μιας παθιασμένα ματαιόδοξης γυναίκας / Η χαμένη αθωότητα ενός παιδιού / Η ανάδυση της παλιάς αίγλης ενός σκοτεινού κι εγκαταλειμμένου χώρου / Οι μοιραίες συναντήσεις σ’ ένα δρόμο χωρίς όνομα 

Ιστορίες ανθρώπων που αφήνονται να τους παρασύρει ο απόηχος των αναμνήσεων, ξεπερνώντας τα δυσοίωνα μηνύματα του χρόνου και προσπαθώντας να ξαναβρούν τη χαμένη τους δύναμη κι ελπίδα. 


> Βρείτε το Χρόνο στη βάση δεδομένων της Βιβλιονέτ.

> Παραγγείλτε το και ηλεκτρονικά από τη σελίδα της Πρωτοπορίας ή της Πολιτείας (πιστωτική) ή από το βιβλιοπωλείο μας (αντικαταβολή, paypal).

> Διαβάστε κριτικές αναγνωστών και κριτική για το βιβλίο στον Κήρυκα της Λάρισας.

Γιάννης Κατσούλης


Ο Γιάννης Κατσούλης γεννήθηκε το 1979 στο Plettenberg της Δ. Γερμανίας. Γραπτά και μεταφράσεις του έχουν δημοσιεύσει τα περιοδικά Μαμά στείλε λεφτά, Ηπειρωτικά Γράμματα, Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης Ποιείν, Αλμανάκ-Ποιείν, Εφ-Ζιν και Τετράδια Λογοτεχνίας Γραφή. Έχει γράψει τα ποιητικά βιβλία (προσωπικές εκδόσεις) Ρεμπώ (2006, μεταφράστηκε στα γαλλικά τον επόμενο χρόνο), Σημειωματάριο εντυπώσεων (2006), Λίγο πριν στρίψεις από τη γωνία του δρόμου (2006), Σινιάλο (2007), Οι μέρες ξεθυμαίνουν όπως η κορδέλα της γραφομηχανής που της τελειώνει το μελάνι (2008), Εννιά μέρες ανεξάρτητης παρακολούθησης-Ημερολόγιο Κύπρου (2008), Η μοίρα ξεχειμωνιάζει, σε σταυροδρόμια χωρίς πινακίδες (2009), Συντεταγμένες μνήμης (2010).  
   
Ο χρόνος τα παίρνει όλα είναι το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο.

Μπορείτε να επισκεφθείτε και το προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα.


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Μουσική αφήγηση στο Πολυθέαμα

Η χρονιά μας θα ξεκινήσει επίσημα με δύο μουσικές βραδιές στο Πολυθέαμα (Γιάννενα, Σικελιανού 3) στις 23 και 24 Ιανουαρίου. Οι Ελ Ρόι, Άρις και Ντιόν θα παρουσιάσουν τη μουσική από τη Ματριόσκα και θα ακολουθήσουν διασκευές ξένων και ελληνικών τραγουδιών. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μουσικού μέρους θα προβάλλεται στη μεγάλη οθόνη και ένα κόμικ, ενώ θα παρουσιαστεί και το νέο φιλμάκι που ετοιμάσαμε για τον Φλεγόμενο Άνθρωπο

Εκτός από το Politheatro, την εκδήλωση στηρίζει και το οικομαγειριό Σεφάρω, ενώ ορίσαμε την είσοδο στα 5 €, για να ενισχυθούν οι μουσικοί που θα συμμετέχουν. Επίσης θα μπορείτε να αποκτήσετε και οποιοδήποτε από τα βιβλία μας χρησιμοποιώντας το ίδιο ποσό ως έκπτωση. Ελπίζουμε να περάσετε καλά!


Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Ματριόσκα: ένας εκρηκτικός μηχανισμός που περιμένει να τον πυροδοτήσετε.

Κριτική για τη Ματριόσκα από το ιστολόγιο της Ευρυδίκης Αμανατίδου.

Ελ Ρόι: Ματριόσκα


«Τι με κοιτάς; Δε μπόρεσα κι ας έτρεξα, μα φρόντισα να μη χαθώ. Λίγα από εσένα έκλεψα και πέταξα, μέσ’ στον αέρα σου θα ζω!»
Όλο το νόημα του «Ματριόσκα» του νέου αποκτήματος των Βορειοδυτικών εκδόσεων συμπυκνώνεται σε αυτούς τους στίχους, από το κομμάτι Σκηνή 0403 του cd που συνοδεύει το βιβλίο.
Τη ματριόσκα τη γνωρίζουμε σαν την ρωσική ξύλινη κούκλα, την φιγούρα με τα μυστικά. Η κούκλα μέσα στην κούκλα, καθώς ανοίγοντάς την, αποκαλύπτονται όλο και μικρότερα αντίγραφά της μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι που δε λέει να ανοίξει. Υπάρχει άραγε εκεί μέσα ένα όνειρο που δεν ξέφτισε, ελπίδες που δεν αποδείχτηκαν φρούδες;
Τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, εξάλλου η όραση και η αντίληψη του υπαρκτού κόσμου δεν είναι παρά μία σχετική αναπαράσταση. Υπάρχουν όνειρα που γεννούν ελπίδες, άνθρωποι που έχουν πολύ λιγότερα από εμάς κι όμως μπορούν να κάνουν ταξίδια έστω και με το νου, σίγουρα πάντα με την ψυχή τους. Όπως υπάρχουν και αυτά που μας εγκλωβίζουν σε έναν φαύλο κύκλο, μια διαδρομή που περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία αφήνοντάς μας μόνο μία ανάσα που κι αυτή βγαίνει κοφτή.
Τι είναι λοιπόν η Ματριόσκα; Ένα πολυσυλλεκτικό έργο, αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας δεκατριών ανθρώπων που μέσα σε εννέα μήνες (από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2011), έδωσαν μία εξαιρετική σύνθεση λόγου, εικόνας και μελωδίας.
Έντεκα ιστορίες βασισμένες σε γεγονότα που ίσως κάποιοι αναγνωρίζουμε, έντεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οκτώ μουσικές συνθέσεις είναι το πολυδύναμο σύνολο που αιχμαλωτίζει όραση και ακοή, το σύνολο που σε κάνει να ανατρέξεις ξανά και ξανά προς τα πίσω, να συνδυάσεις εκείνα τα λόγια, τις σκέψεις, τα όνειρα κάποιων ανθρώπων κοντά ή μακριά σου, αυτών που σου είναι άγνωστοι, όμως δε σε αφήνουν να αδιαφορήσεις. Θα σου μιλήσουν για τη μοναξιά, την αποξένωση, την απομόνωση, το στίγμα του διαφορετικού. Την καταπίεση, την υποδούλωση, τον εξαναγκασμό σε σιωπή. Το ποδοπάτημα της ψυχής, τον ευτελισμό του ανθρώπου.
Έντεκα ιστορίες για κάποιους που αρνούνται να υποταχτούν, γιατί η ψυχή και το πνεύμα είναι που συντηρούν το σώμα και το κάνουν να αναζητήσει σανίδες σωτηρίας, σανίδες που άλλοτε θα το ταξιδέψουν στη γη της επαγγελίας και άλλοτε θα το βουλιάξουν πάνω στην προσπάθεια που και αυτή όμως είναι αρκετή. Ταξίδια αγκαλιά με τα σωθικά ενός φορτηγού, μαγικά φανταστικά ταξίδια στο παράθυρο ενός τρένου, ταξίδια συμφιλίωσης με το θάνατο, δανεικές στιγμές από τη ζωή των άλλων, χέρια που προσπαθούν να τινάξουν από πάνω τους τη μεγάλη γαλάζια κουρτίνα, να ξεφύγουν από τη σχισμή του χρόνου, να σκαλίσουν την απόγνωση της διάστασης ανάμεσα στην ουτοπία και την πραγματικότητα, να χρωματίσουν με ένα καλοξυσμένο μολύβι τους λευκούς τοίχους της απομόνωσης, να γρατζουνίσουν σε μια κιθάρα ένα τραγούδι αγάπης κι ευγνωμοσύνης, χέρια που βάζουν φωτιά στο σώμα για να δώσουν οι στάχτες το φως, χέρια που αγγίζουν το μοναχικό δέντρο με τα περήφανα κλαδιά.
Έντεκα ιστορίες για τη διαφορετικότητα που ζητάει να αγαπηθεί και έντεκα φωτογραφίες που δίνουν μία άλλη διάσταση στην ανάγνωσή τους μαζί με τους ήχους της μουσικής που σπρώχνει το νου να πετάξει ψηλότερα από όλα αυτά και να παρατηρήσει πιο προσεκτικά την παράδοξη γη που κατοικούμε.
Τότε, ίσως όλοι συνειδητοποιήσουμε ότι το σπίτι μας δεν είναι το νησί μας, ότι η απόσταση του αναπαυτικού καναπέ από την πόρτα μας είναι μερικά βήματα μόνο κι ότι εκεί έξω περιμένει η πραγματικότητα σαν τον κακό λύκο του παραμυθιού. Περιμένει και το δικό μας χέρι να αλλάξει το τέλος του.
Ματριόσκα: ένας εκρηκτικός μηχανισμός που περιμένει να τον πυροδοτήσετε.
Στο πολυσυλλεκτικό έργο συμμετείχαν οι:
Για τις ιστορίες: Βασίλης Κωστάκης, Άκης Βαίου, Βασίλης Ντούρος, Γιάννης Φαρσάρης.
Για τη μουσική: Γιάννης Καρακατσανίδης, Αριστοτέλης Καλύβας, Δημήτρης Τσαπάρας, Χρήστος Κυριακόπουλος, Ανθή Κύρκου, Αποστόλης Τζίμας, Νάσσια Ριμπά, Θωμάς Νάστος, Βασίλης Κωστάκης.
Οι φωτογραφίες είναι του Ηλία Κατσούρα.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ματριόσκα Γιάννενα + μουσική


Ευχαριστούμε όλους τους φίλους για την παρουσία τους το Σάββατο στην Πάτρα, και φυσικά το βιβλιοπωλείο Discover για τη συνεχή στήριξη. Την Πέμπτη επιστρέφουμε μαζί με τη Ματριόσκα στα Γιάννενα. Φίλοι, γνωστοί και αναγνώστες θα μαζευτούμε στο Θέατρο Πολυθέαμα, θα μιλήσουμε για το βιβλίο, θα διαβάσουμε ένα διήγημα και θα παίξουμε πολλή μουσική.


Φυσικά η είσοδος είναι ελεύθερη, σας περιμένουμε με ανυπομονησία!


* ευχαριστούμε θερμά και όλους όσοι έχουν παραγγείλει τη Ματριόσκα από τη σελίδα μας και όσους μας έχουν αναζητήσει σε βιβλιοπωλεία

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Παρουσίαση της Ματριόσκα στην Πάτρα + μουσική


Αυτό το Σάββατο θα είμαστε ξανά στο αγαπημένο βιβλιοπωλείο Discover στην Πάτρα, για να παρουσιάσουμε μία ξύλινη κούκλα, τη Ματριόσκα. Όπως ήδη θα ξέρετε, το νέο μας βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων, φωτογραφιών και μουσικής.

Σας περιμένουμε το Σάββατο στις 6 μ.μ. για να μιλήσουμε για το βιβλίο, να ακούσουμε ζωντανά σε μια μίνι-συναυλία τα τραγούδια και τις μουσικές που έχουν γραφτεί αποκλειστικά για τη Ματριόσκα, και οπωσδήποτε να περάσουμε καλά. Η είσοδος φυσικά είναι ελεύθερη, και αν θέλετε μπορείτε να συντονιστείτε και με το event εδώ.

*περισσότερες πληροφορίες για τη Ματριόσκα διαβάστε και στη σελίδα του βιβλίου

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

η κούκλα μέσα στην κούκλα



Πρώτη εμφάνιση στον τύπο και πρώτο εξώφυλλο για τη Ματριόσκα του Ελ Ρόι, κι ας μην έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Ευχαριστούμε θερμά την PopUp Press για την φιλοξενία και τη στήριξη! Η συλλογή διηγημάτων, φωτογραφιών και μουσικής Ματριόσκα θα έχει φτάσει στα χέρια μας μέχρι την Παρασκευή, ενώ η πρώτη επίσημη παρουσίασή της στο κοινό θα γίνει στην Πάτρα, στις 26 Νοεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Discover.

*σε άλλα νέα, ακούστε σήμερα τη μουσική εκπομπή του Νεκτάριου Λαμπρόπουλου στο Μόλις Ξύπνησα, και κερδίστε ένα αντίτυπο από τους Ναΐτες που πετάχτηκαν δίπλα

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Σάμσταγκ


«Τα ‘χεις γαμήσει όλα. Χωρίζουμε».
Δεν ήξερε τι είχε γαμήσει. Τη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον. Μετά από κάποια ώρα μάλλον θα θυμόταν κάτι, αλλά δεν ήταν του παρόντος. Του παρόντος ήταν η Έφη που έβριζε και μάζευε τα ρούχα της από την ντουλάπα, με προφανή έλλειψη συστήματος. Έβαζε φουστάνια και παπούτσια στη βαλίτσα, μαζί με το ποντίκι του υπολογιστή και ένα χαλασμένο πορτατίφ και έβριζε ξανά. Εκείνος δεν είχε κάνει κάτι. Προφανές τουλάχιστον. Δηλαδή προφανές σε εκείνον.
Όσο το σκεφτόταν όμως κάπως πιο αποστασιοποιημένος από τη σκηνή, πειθόταν όλο και περισσότερο ότι όντως κάποια μαλακία είχε κάνει. Τέτοια μαλακία που οι αμυντικές γραμμές της ψυχοσύνθεσής του προς το παρόν απέκρουαν εύκολα. Αργότερα όμως, το πρόβλημα θα τις έπιανε να κοιμούνται και θα το έτρωγε το γκολ. Και η Έφη δεν θα ήταν εκεί πια για να της εξηγήσει ή να της απολογηθεί. Και δεν θα ήταν γιατί με ένα τελευταίο «τα γάμησες όλα!» έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος.
«Πού θα βάζω εγώ το νοίκι τώρα;» σκέφτηκε εκείνος φωναχτά, κάνοντας νέο ρεκόρ μαλακίας, εκφράζοντας μία λογική ωστόσο απορία.
«Στον κώλο σου», απάντησε εκείνη από έξω.
Το σπίτι ήταν νοικιασμένο στο όνομά της, αυτός δεν είχε καμία επαφή με τις οικιακές υποχρεώσεις. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που γάμησα, σκέφτηκε σε μια στιγμή διαύγειας. Έφυγε και αυτή όμως τόσο γρήγορα, όσο ήρθε.
Σκέφτηκε τις επιλογές που είχε για να αισθανθεί καλύτερα: τηλεόραση, παιχνίδι στον υπολογιστή, φαΐ. Η τηλεόραση ήταν πακεταρισμένη εδώ και μέρες, από τον πρώτο τσακωμό του με την Έφη. Μέσα σε λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα, του είχε ξεκαθαρίσει ότι φεύγει από το σπίτι και είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα δικά της πράγματα. Όλα δικά της ήταν δηλαδή, αφού εκείνη τα είχε πληρώσει. Η αλήθεια είναι όμως πως έπαιρνε ό,τι άξιζε περισσότερο, ό,τι ήταν πιο καινούργιο και πιο χρήσιμο, αφήνοντας πίσω της τα παλιά και –μεταξύ μας– ψιλοάχρηστα.
Το φαΐ αποκλειόταν επίσης. Δεν σκόπευε να μαγειρέψει, γιατί δεν ήξερε, γιατί βαριόταν και γιατί η κουζίνα ήταν επίσης σε πακέτο. Να παίξει στον υπολογιστή, πακέτο επίσης. Η ζωή του ήταν σε πακέτο.
O διαλογισμός κράτησε κάμποση ώρα. Ο Σάββας το κατάλαβε μόνο όταν του τελείωσαν οι αναμνήσεις από την πεθαμένη του σχέση, κοιτώντας τα διάφορα πράγματα που ήταν στοιβαγμένα σε διάφορα σημεία του σπιτιού.
Πήρε το κοπίδι που ήταν πάνω στο κουτί της τηλεόρασης και έκοψε περιμετρικά την πλευρά, πίσω απ’ την οποία πίστευε ότι ήταν η οθόνη. Λάθος.
Έκοψε και την αντίθετη πλευρά, πετυχαίνοντας αυτή τη φορά την επικοινωνιακή όψη.
Έστρωσε στο πάτωμα τα δύο κομμάτια του κουτιού που είχε κόψει, έβαλε την tv στην πρίζα, πήρε το τηλεκοντρόλ και σωριάστηκε σε μια γωνία του τέως σαλονιού, νυν αδιευκρίνιστης ταυτότητας, δωματίου.
«Κορυφώνεται η αγωνία για το ενιαίο νόμισμα. Δεδομένη είναι πλέον η αποβολή της χώρας μας από την Ευρωζώνη», διαλαλούσε ο εκφωνητής στο διαφημιστικό του απογευματινού δελτίου ειδήσεων. «Συνδεόμαστε αμέσως με το μέγαρο Μαξίμου για τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού», έπεσε ζωντανά ο ίδιος που μίλαγε λίγο πριν σε κονσέρβα.
Ο Σάββας έπαιζε ταμπούρλο στο πάτωμα, με φανερή την αμηχανία του, αυτή που άλλοι εξηγούσαν πάντα ως βαρύ αρντανισμό, αποτέλεσμα της χρόνιας χρήσης καταπραϋντικών, χωρίς συνταγή γιατρού, και με μπόλικη αυτενέργεια. Αυτενέργεια που είχε ξεκινήσει στο φαρμακείο του σπιτιού και στη σακούλα της γιαγιάς, όπου εκτός από μερικά εξαιρετικά ταξιδιάρικα χάπια, υπήρχαν και πολλά συλλεκτικά κομμάτια, εκείνα που στο ebay θα χτύπαγαν τρελές τιμές ανάμεσα στους λάτρεις του σπορ.
«Η χώρα έφτασε στο σημείο μηδέν», υποστήριζε απ’ την οθόνη ο, παράξενα μπρατσωμένος για την ιδιότητα και την ηλικία του, πρωθυπουργός.
Ο Σάββας είχε φτάσει κάμποσες στιγμές στο σημείο μηδέν, αλλά πάντα έβρισκε τον τρόπο και επανερχόταν. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν τόσο σίγουρος και δεν είχε και κανένα αποκούμπι, μεταφορικό ή με φαρμακευτική στάμπα επάνω του.
Συνέχιζε το ταμπούρλο με το δεξί του χέρι, ενώ στην τηλεόραση συνεχιζόταν η μάχη του ευρώ. Σταδιακά είχε περάσει σε ένα στακάτο μπούγκι ρυθμό, φρενήρη θα μπορούσε να πει ο μέσος ακροατής. Τον Σάββα τον είχε υποβάλλει τόσο πολύ η διαδικασία, που στην πλάτη του έτρεχε ιδρώτας ήδη. Από το ξόρκι που τον κρατούσε φυλακισμένο, τον έσωσαν οι διαφημίσεις.
Τότε μόνο διαπίστωσε ότι χωρίς άλλη υποδομή, πέραν του ξύλινου πατώματος, μπορούσε να παράγει ήχους κανονικών τυμπάνων, να παίξει βαθύ και τομ συγκεκριμένα, με τα δάχτυλά του. Όπως επίσης και ότι τέσσερα παραλληλόγραμμα σανίδια του πατώματος ήταν χαλαρά και κουνιούνταν κάθε φορά που τα χτύπαγε. Τα ξαναχτύπησε άλλη μία για να επιβεβαιώσει την πρώτη του εντύπωση και πάνω που έκανε τις προβλεπόμενες κινήσεις για να δει τι κρυβόταν κάτω από το πάτωμα, άκουσε: «σκατά».
«Σάιζε», για την ακρίβεια. Το άκουσε από κάποιον που είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και μίλησε γερμανικά στα καλά καθούμενα. Στην τηλεόραση ο Γερμανός πρωθυπουργός μιλούσε επίσης γερμανικά, πράγμα που ήταν όμως αναμενόμενο και έλεγε κάτι που έμοιαζε με βρισιά για την ελληνική οικονομία. Ο άλλος όμως που είχε ανοίξει την πόρτα, ποιός στο διάολο ήταν;
Αυτός που μπήκε στο σπίτι, μπήκε με κλειδί και μίλαγε γερμανικά της πιάτσας. Ο Σάββας θυμήθηκε που έβριζε την Έφη γιατί συμφώνησε να έχει κλειδί ο σπιτονοικοκύρης και τότε κατάλαβε ότι ο Τεύτονας με την προφορά γκασταρμπάιτερ ήταν ακριβώς αυτός: ο σπιτονοικοκύρης.
«Τι συμβαίνει και πώς μπήκες σπίτι μου;» ρώτησε στα γερμανικά με ελαφρά συντακτικά λάθη ο Σάββας, αφού βεβαίως πρώτα σηκώθηκε από το πάτωμα και άφησε τα εξερευνητικά κρουστά για αργότερα.
Ο εισβολέας, εξηνταφευγαλέος, αλλά μπρατσωμένος, και με κοκκίνισμα δεκαοκτάχρονου στα μάγουλα, διέθετε αισθητική Έλληνα μετανάστη στο Βερολίνο τη δεκαετία του ‘60.
«Δεν είναι σπίτι σου, είναι σπίτι μου και το νοίκιασα σε μια κοπέλα. Όχι σ’ εσένα. Και θέλει και καινούργια κουφώματα που θα μου τα πληρώσετε», είπε ο κόκκινος Γερμανός σε καθόλου φιλολαϊκό τόνο, κοιτώντας τον ημίγυμνο λαθρονοικάρη.
«Το Σαββατοκύριακο θα έχω φύγει», είπε ο ημίγυμνος και ο ντυμένος ούρλιαξε:
«Νάιν! Σήμερα θα φύγεις!»
Ο Σάββας με μια αντανακλαστική κίνηση και μια σκηνή από μέτρια ταινία του Βέγγου να προβάλλεται νοητά στον τοίχο πίσω από το σπιτονοικοκύρη, χτύπησε τη φτέρνα του στο πάτωμα και με κίνηση ελατηρίου τέντωσε μπροστά και διαγώνια προς τα πάνω το δεξί του χέρι, κοιτώντας τον άλλο στα μάτια και σφίγγοντας τα χείλη του για να μοιάσει όσο μπορούσε στο πιο πρόχειρο πρότυπο που διέθετε για αξιωματικό των Ες Ες.
Ο άλλος τον κοίταξε για λίγο με στόμα ανοιχτό και φρύδια σηκωμένα και προς έκπληξη του συνομιλητή που περίμενε φωνές ή και κάποιο αξιόλογο μπουκέτο, απλώς μίλησε:
«Σάμσταγκ», είπε χωρίς να τον κοιτάει, αλλά δείχνοντάς τον με το δάχτυλο πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Σάμσταγκ και να το έχεις βάψει».
Ο Σάββας γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο που χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς εισβολείς, ακολουθώντας τα πλακάκια που πάτησε όταν πήγαινε να δει ποιος είχε μπει στο σπίτι. Το σπίτι που θα έχανε, γιατί ήταν στο όνομα της Έφης.
Σάμσταγκ. Το Σάββατο έπρεπε να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει.
Είχε έρθει πριν από δύο χρόνια στο σπίτι, όταν πήραν την απόφαση με την Έφη να μείνουν μαζί. Αυτός δεν το είχε σκεφτεί και πολύ, αυτή το σκέφτηκε λίγο περισσότερο, αλλά το συμπέρασμα το κράτησε για τον εαυτό της.
Στην αρχή ήταν όπως όλα τα πράγματα, προβλέψιμα ωραία. Στην πορεία έγιναν προβλέψιμα χειρότερα. Όλες οι γνωστές συνταγές καταστροφής σχέσεων, βρήκαν το μπαχαρικό τους στη μόνιμη τάση του Σάββα να μην νοιάζεται για πολλά. Και σίγουρα, όχι για εκείνα που ορίζουν τον καλό συγκάτοικο στο σχετικό οδηγό για συγκατοικήσεις που ακολουθούσε ευλαβικά η Έφη:
Δεν πιάνουμε από κάτω τα παπουτσάκια όταν τα βουρτσίζουμε. Δεν αφήνουμε τριχούλες στο μπάνιο όταν ξυριζόμαστε. Δεν γρατζουνάμε το πηρουνάκι όταν τρώμε. Δεν αφήνουμε νεράκια στον πάγκο της κουζίνας που μπορεί να πάνε στην καφετιέρα και να τη χαλάσουνε.
Συχνά ο Σάββας πίστευε ότι θα γύριζε σπίτι και θα έβρισκε το δεκάλογο του καλού συγκατοίκου, τοιχοκολλημένο στο σαλόνι. Η αλήθεια βέβαια ήταν κάπου στη μέση, όπως συμβαίνει παντού άλλωστε.
Ναι, η Έφη είχε διάφορες απαιτήσεις, ιδιαιτερότητες της παγκόσμιας κοινότητας του φενγκ-σούι, λόξες σύμφωνα με πιο χαλαρά τυπάκια. Όχι, η Έφη δεν έκανε παρατηρήσεις στον Σάββα χρησιμοποιώντας υποκοριστικά που θα προκαλούσαν έξαρση εγκεφαλικών ακόμη και σε κοινωνία αμοιβάδων. Ήταν μια δικιά του υπερβολή για να υπερφορτώσει με δίκιο τον εαυτό του.
Ο Σάββας γύρισε στο δωμάτιο που κάποτε ήταν σαλόνι και κάθισε ξανά απέναντι από την τηλεόραση. Εκεί, ένας υπουργός εξηγούσε πώς έγινε και φαλίρισε η αξιόπιστη και ανθεκτική οικονομία μας, πώς οι προηγούμενοι τού την ενεχείρισαν αλκοολική, ναρκομανή και με τρελό εθισμό στον τζόγο, καθώς και πώς θα ξανατραβήξουμε προς τη δόξα με υποζύγιο την παλιά, καλή δραχμή.
Ο Σάββας που είχε ξεκινήσει ξανά το ταμπούρλο στο πάτωμα, είχε ξεχάσει ότι πριν την εισβολή των Γότθων, το λαμινέιτ δίπλα του ήταν χαλαρό. Τώρα θυμόταν ξανά την ιστορία του με την Έφη, πώς την είχε γνωρίσει και, κυρίως, πού την είχε γνωρίσει.
«Γκόμενα που τη γνωρίζεις σε έντεχνη συναυλία, δεν είναι καλός οιωνός», του είχε πει ένας απ’ τους φίλους του, ένας από αυτούς που πράγματι εμπιστευόταν, γιατί με αρκετούς συναναστρεφόταν για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους: για να μην ξεχνάει την αξία του διαλόγου, για να πλακώνεται πού και πού για την μπάλα, για να μην ξεμένει από χάπια, αλλά και από σημειώσεις όταν ήταν φοιτητής.
«Καλός, κακός, δεν έχει πια σημασία», είπε σε ένα σύντομο μονόλογο ο Σάββας, παίζοντας έναν έντεχνο σκοπό που του ήρθε πρόχειρος στο χειροταμπούρλο του. Ξαφνικά, το πάτωμα υποχώρησε και το μυαλό του Σάββα άδειασε από γυναίκες και γέμισε από συνωμοσία.
«Ο πρωθυπουργός προειδοποίησε τους κερδοσκόπους να μην επωφεληθούν από την, προσωρινή όπως τη χαρακτήρισε, επιστροφή της χώρας στη δραχμή», είπε η κυρία στην τηλεόραση και ο, κατά σύμβαση, κύριος στο δωμάτιο γονάτισε για να δει από κοντά τι περιείχε η απρόσμενη κρύπτη στο πάτωμα.
Ο Σάββας έσκυψε και επέστρεψε στη δραχμή.
Η τετράγωνη τρύπα που άφησε πίσω του το κομμάτι του πατώματος, έφτανε ίσα-ίσα να περάσει ανθρώπινο χέρι και όχι από τα πολύ γυμνασμένα. Ο Σάββας δεν είχε τέτοιο πρόβλημα ως χρόνιος εχθρός της γυμναστικής και πάσης φύσεως εργασίας. Ψαχουλεύοντας την εσοχή από μέσα, διαπίστωσε ότι αυτή ανοίγει ακόμη περισσότερο, όπως η τάπα του ρεζερβουάρ στα αυτοκίνητα. Πάτησε τη μια πλευρά, η άλλη ανασηκώθηκε και ο Σάββας ανακάλυψε ότι μπορεί να ανοίξει γύρω στο ένα τετραγωνικό μέτρο πατώματος.
Στην καταπακτή που έχασκε στο άδειο δωμάτιο, κρύβονταν δέκα εκατομμύρια δραχμές σε δεκαχίλιαρα. Αυτό, ο Σάββας το διαπίστωσε μισή ώρα αργότερα, αφού πρώτα συνήλθε από το πρώτο σοκ και τελείωσε το μέτρημα. Καθισμένος πάνω από αυτά τα λεφτά είχε αναλογιστεί τουλάχιστον δέκα ταινίες με κακομοίρηδες που ανακαλύπτουν χαμένους θησαυρούς, πορτοφόλια και επιταγές, περνάνε κάτι περιπέτειες, αλλά τελικά ζουν καλά με το κορίτσι. Αυτός το κορίτσι το είχε, είχε και τα λεφτά, αλλά δεν τα συνδύαζε.
Στην τηλεόραση το μαραθώνιο δελτίο ειδήσεων έπαιζε ακόμη, με τους προσκεκλημένους να εξηγούν πόσο ωφελημένη, πόσο ζημιωμένη ή πόσο γαμημένη θα βγει η χώρα από την εξέλιξη, ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση. Η Έφη ξαναμπήκε στο σπίτι, αλλά από την τηλεόραση. Τώρα παρουσίαζε τις ειδήσεις γιατί αυτή ήταν η δουλειά της. Δουλειά που της γέμιζε τον τραπεζικό λογαριασμό και συχνά το μυαλό με ενδοιασμούς, πώς μπορεί αυτή, η όμορφη, η προβεβλημένη, η δημοσιογράφος, το κορίτσι των 8, να συζεί με έναν κατ’ επάγγελμα μαλάκα.
Επί του παρόντος όμως, ρωτούσε ένα ιστορικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος εάν μπορεί να παραλληλίσει την κρίση με κάποια αντίστοιχη στα εκατόν πενήντα χρόνια της πολιτικής του καριέρας.
«Σίγουρα όχι, αυτή είναι η χειρότερη. Ευτυχώς όμως η ευτυχής, μέσα στη δυστυχία μας, συγκυρία έφερε τον πρωθυπουργό και πρόεδρο του κόμματος στο τιμόνι της χώρας. Αν ήταν οι προηγούμενοι στη θέση του, τώρα εσείς κι εγώ θα τρώγαμε απ’ τα σκουπίδια», απάντησε το ιστορικό στέλεχος, κάνοντας μια έμπειρη μίξη από τον οδηγό για πολιτικούς άνευ διδασκάλου και μια πρέζα λαϊκισμού για να γίνει κατανοητός στα μικρομεσαία στρώματα.
Ο Σάββας σηκώθηκε από το πάτωμα και έφυγε από το σπίτι γιατί δεν ήθελε να τη βλέπει ούτε στην τηλεόραση. Πριν βγει από την πόρτα έβαλε μια μπλούζα και φόρεσε παπούτσια χωρίς κάλτσες και χωρίς να δέσει τα κορδόνια.
Πέντε λεπτά αργότερα ρούφαγε μια δόση φραπέ με σημάδια παρασκευής προ τριώρου. Τον καφέ είχε φτιάξει ο Πασχάλης, ο οποίος εκτός από φίλος του Σάββα, ορκισμένο πανκιό και πολιτικός αναλυτής, ήταν και κληρονόμος ενός μαγαζιού από εκείνα που πούλαγαν μπογιές, καρφιά, πένσες, λινάτσες και, γενικώς, ό,τι χρειαζόταν ο μέσος οικοδόμος για να κερδίσει τον επιούσιο και ο συνεπής αριστερός για να συμμετάσχει σε πορεία.
«Να φτιάξεις δικό σου ρε ηλίθιε», του είπε με μια εχθρική οικειότητα ο μαγαζάτορας, τυλίγοντας τετρακόσια γραμμάρια ταβανόπροκες σε μια πελάτισσα.
Ο Σάββας ακούμπησε με το δεξιό ώμο στην πόρτα ρουφώντας άλλη μια δόση καφέ, αφού η πελάτισσα έφυγε κάπως βιαστικά και με τα καρφιά της τυλιγμένα σε εφημερίδα.
«Χε, τα ‘λεγα εγώ. Είσαι έτοιμος να γίνουμε λατινική Αμερική;» ρώτησε ο Πασχάλης αλλάζοντας κανάλια στην τηλεόραση που έπαιζε μόνο ειδήσεις. Σταμάτησε στην Έφη που ρωτούσε άλλο ιστορικό στέλεχος, μήπως και έβρισκε κάποιον να έχει οδηγίες χρήσης για την κρίση.
«Κλείσ’ την», είπε ο Σάββας χωρίς να κοιτάξει. Ο Πασχάλης τη δυνάμωσε.
«Οι σχέσεις αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές αντιθέσεις», είπε σε διδακτικό τόνο προς τον Σάββα και αλλάζοντας αμέσως κατεύθυνση, εξαπέλυσε μύδρους προς το γυαλί: «Τι λέει ρε ο κανάγιας! Ξέχασε όταν ήταν υπουργός Οικονομικών και έπρηζε τον κόσμο για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας; Αυτά τα παραδοσιακά στελέχη είναι σαν τέως ποδοσφαιριστές που σχολιάζουν την ομάδα τους στην Αθλητική Κυριακή, ρε πούστη μου».
«Έφυγε για τα καλά αυτή τη φορά».
«Έχει γκόμενο».
«Μπα, δεν νομίζω».
«Όχι, έχει σίγουρα. Τον είδα που την περίμενε από κάτω με το αυτοκίνητο. Την έχει φέρει πολλές φορές κάτι βράδια που έλειπες».
«Μπορεί να είναι απλώς φίλοι».
«Την καληνύχτιζε με κάτι πολύ φιλικά γλωσσόφιλα. Ναι, έχεις δίκιο, μπορεί να είναι Γάλλος ή Εσκιμώος. Κάνουν κάτι τέτοια αυτοί».
Ο Σάββας πέταξε στον Πασχάλη τον καφέ και πέτυχε την τηλεόραση, που συνέχιζε να παίζει ωστόσο. Ο Πασχάλης πέταξε το τηλεκοντρόλ στον Σάββα πετυχαίνοντάς τον στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Σάββας συνέχισε να μιλάει ωστόσο.
«Δεν βαριέσαι. Είχε και αυτή τα δίκια της».
«Ναι, τα είχε», είπε ο Πασχάλης καθαρίζοντας την οθόνη για να τη βλέπει καλύτερα. «Την είχες κερατώσει τουλάχιστον τέσσερις φορές το τελευταίο εξάμηνο».
«Ναι».
Ναι, την είχε. Στην πραγματικότητα, η σχέση τους ήταν τελειωμένη εδώ και πολύ καιρό, αλλά και οι δύο προτιμούσαν να την κρατούν διασωληνωμένη.
«Λατινική Αμερική θα γίνουμε ρε, ακούς; Το 1999 στην Αργεντινή βγήκαν στους δρόμους με τις κατσαρόλες γιατί δεν είχαν να πληρώσουν τα δάνεια στις τράπεζες. Το 1994 το μεξικάνικο πέσο υποτιμήθηκε τόσο πολύ που το χρησιμοποιούσαν μόνο για προσάναμμα και επειδή δεν έκανε καλή θράκα, κατέληξαν να φτιάχνουν ταπετσαρίες σε μπαρ για Αμερικάνους τουρίστες».
Ο Σάββας ένιωθε κάπως κενός. Δεν ήταν όμως η συνήθης κενότητα. Ήταν κάτι σαν κόμπος στο λαιμό του, σαν λυγμός και φτάρνισμα που δεν βγαίνει και αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου.
«Έχεις γλουτολίνες;»
«Πίσω, στο μεσαίο ράφι. Πάρε τις πράσινες, είναι καλύτερες. Μπήκες σε νεολαία και θα κάνεις αφισοκόλληση;»
«Κάτι τέτοιο». Πήρε τέσσερα κουτάκια και βγήκε από το μαγαζί. Φτάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας του, άκουσε από μακριά τον Πασχάλη:
«Βγήκες έξω με το σώβρακο ρε τελειωμένε». Αλήθεια ήταν.
Ανέβηκε από τις σκάλες, γιατί μια ασυνήθιστη εγρήγορση δεν τον άφηνε να περιμένει το ασανσέρ. Γύρισε το κλειδί, άνοιξε την πόρτα και για μια στιγμή κοντοστάθηκε γιατί άκουσε τη φωνή της Έφης.
«Μπα, τελείωσε», είπε φωναχτά, με τον κόμπο να λύνεται κάπως. Η Έφη μιλούσε ακόμα από την τηλεόραση που ήταν ανοιχτή. Ο Σάββας έριξε την κόλα σε έναν κουβά με νερό και άρχισε να ανακατεύει με ένα πινέλο που ο Πασχάλης του είχε συστήσει ως τον αρχηγό των πινέλων για τέτοιες δουλειές. Η Έφη συνέχιζε να μιλάει στην οθόνη, κάνοντας πλέον ρεπορτάζ δρόμου έξω από τη Βουλή, ρωτώντας περαστικούς την άποψή τους για την επιστροφή στη δραχμή.
Όταν η κόλλα απέκτησε βλενοειδή όψη και υφή, ο Σάββας πήρε μια αρμαθιά δεκαχίλιαρα και τα πέταξε μπροστά του. Κράτησε ένα μόνο στο χέρι του και άρχισε να ανεβοκατεβάζει το βρεγμένο πινέλο στον τοίχο.
Ο κόμπος έφευγε σιγά-σιγά, όσο τα λεφτά κάλυπταν την επιφάνεια και έφτιαχναν την ταπετσαρία που θα προκαλούσε πολλές, μα πολλές, απορίες στο σπιτονοικοκύρη το προσεχές Σάμσταγκ.


[Το διήγημα "Σάμσταγκ" είναι από τη συλλογή "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα" του Γιώργου Τσαντίκου. Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στην Πρωτοπορία ή να κατεβάσετε το e-book του δωρεάν. Διαβάστε περισσότερα και εδώ: http://voreiodytikes.blogspot.com/2011/04/blog-post_1636.html]

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΕΣ
αναζητήστε το στην Πρωτοπορία



Γιώργος Τσαντίκος

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα



Σχήμα: 14 x 21 εκ.

Σελίδες: 128

Σύνθεση εξωφύλλου: Ελένη Λαμπροπούλου

& Μιχάλης Φουντουκλής

ISBN: 978-960-99666-3-4

Τιμή: 10 € (ή περίπου 7.000 δραχμές)



Αυτό το βιβλίο δεν έχει Ναΐτες.
Πετάχτηκαν δίπλα για κάτι δουλειές και στο πόδι τους άφησαν εννιά ιστορίες, κοινωνικές κατά βάση, αλλά με ερωτική υπόσταση και πλοκή. Ιστορίες φανταστικές, εμπνευσμένες όμως από την καθημερινότητα, από δυο κουβέντες, μια εικόνα, ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, ένα μονόστηλο εφημερίδας. Ιστορίες υπερβολικές και αληθινές ταυτόχρονα, που αν οι ήρωές τους ήταν αληθινοί, ίσως να ήθελαν να τις ζήσουν έτσι όπως περιγράφονται.
Μέχρι να επιστρέψουν οι Ναΐτες, αφήστε σημείωμα κάτω από την πόρτα.


>Διαβάστε τις κριτικές του βιβλίου στο ιστολόγιο του Δημήτρη Αργυρού, στο ιστολόγιο Κάτοψη, στο Epirus Online, στη matia.gr,στην εφημερίδα Βόρεια Εύβοια, στο ιστολόγιο της Ευρυδίκης Αμανατίδου, το σχόλιο της συγγραφέως Στέργιας Κάββαλου, την παρουσίαση στο περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ και στην εφημερίδα Πριν.

>Η σελίδα του βιβλίου στη βάση δεδομένων της βιβλιονέτ.


>Παραγγείλτε online τους Ναΐτες από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας (μέσω πιστωτικής) ή από το βιβλιοπωλείο μας (αντικαταβολή, paypal).

Γιώργος Τσαντίκος


Ο Γιώργος Τσαντίκος γεννήθηκε το 1975 στα Εξάρχεια και μεγάλωσε στου Γκύζη και στην Κυψέλη. Στα 18 του έφυγε με διοικητική απέλαση από την Αθήνα και με βαθμό πανελληνίων κοντά στο 18, πέρασε στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων από την οποία βγήκε πέντε χρόνια αργότερα με πτυχίο. Έκτοτε, μένει στα Γιάννενα ως μεταπτυχιακός αρχικά και από το 2000 ως δημοσιογράφος, αλλά συνεχίζει να σκέφτεται σαν άνθρωπος. Έχει αλλάξει επτά σπίτια μέχρι τώρα, δεν πατάει ποτέ ανάμεσα στα πλακάκια του πεζοδρομίου και Ναΐτες δεν υπάρχουν σε αυτό, το πρώτο του βιβλίο. Επιφυλάσσεται για τα επόμενα.


>Μπορείτε να παρακολουθήσετε την αρθρογραφία του Γιώργου στη σελίδα του Ηπειρωτικού Αγώνα.